COLOR

COLOR= ΠΡΧ ΚΕΛΙ, ΚΑΛΥΜΜΑ> ΧΡΩΜΑ ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΚΟΛΟΡΙΣΜΟΣ,

ΠΡΧ ΣΕΛΟΦΑΝ, ΣΕΛΙΛΟΙΝΤ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

apocalipsis 1. α, θρη, Αποκάλυψη

apocalíptico, ca 1. ε, σχετικό με την Αποκάλυψη, σκοτεινός, -η, -ό, αινιγματικός, -ή, -ό

calipso 1. α, καλύψω είδος τραγουδιού και χορού των Αντιλλών

Calipso 1. ονο, Καλυψώ

eucalipto 1. α, βοτ, ευκάλυπτος

eucaliptol 1. α, χημ, ευκαλυπτόλη

coleo 1. α, βοτ, κολεός

coleóptero 1. α, ζωλ, κολεόπτερο

celda πρχ κελ-δα> κελί ή κελωτή

1. θ, κελί για φυλακή, μοναστήρι, celda de cárcel, convento

2. κελί για πάνελ κυψέλης, celda de panal

3. πλφ, κελί

4. σνθ, celda de aislamiento, κελί απομόνωσης

celda de castigo, κελί τιμωρίας, μπουντρούμι

celdilla πρχ κελ-ουλα

1. θ, εσοχή κοίλη

2. κελί κυψέλης

3. βοτ, φυτικό κύτταρο

4. σνθ, celdilla real, βασιλικό κελί

cillero 1. α, κελλάρι

cillero, ra 1. α θ, διαχειριστής, -ια της δέκατης

hall πρχ χόλ 1. α, είσοδος σπιτιού, χολ

2. είσοδος, αίθουσα, προθάλαμος για σινεμά, ξενοδοχείο, κτιρίου,

hall de cine hotel, edificio

celada 1. θ, ελαφρύ κράνος 15ου αι. για πανοπλία, celada de armadura,

σαν κάλ-υμμα κεφαλιού

2. μτφ, ενέδρα, καρτέρι, σαν να στήνω κελί-παγίδα,

Las tropas enemigas cayeron en la celada y fueron diezmadas,

Τα εχθρικά στρατεύματα έπεσαν στην ενέδρα και αποδεκατίστηκαν

3. παγίδα, No había ninguna fiesta en esa dirección. Fue una celada para mandarme lejos,

Δεν υπήρχε πάρτι σε αυτή τη διεύθυνση. Ήταν παγίδα για να με στείλεις μακριά, με διώξεις

4. εκφ, caer en una celada, πέφτω σε ενέδρα

tender una celada, τεντώνω= στήνω μια παγίδα, κόλπο εις βάρος κάποιου,

le arrebataron el puesto tendiéndole una celada,

Του έκλεψαν τη θέση στήνοντας του παγίδα

célula πρχ κελ-ουλα =κύτταρο

1. θ, βιο, κύτταρο

2. μτφ, πυρήνας για οργάνωση, Varias células de la organización terrorista fueron desmanteladas por la policía, Αρκετοί πυρήνες της τρομοκρατικής οργάνωσης εξαρθρώθηκαν από την αστυνομία

3. σνθ, célula fotoeléctrica, φωτοηλεκτρικό κύτταρο

células madre, ιατ, μητρικά κύτταρα, βλαστικά κύτταρα

célula solar, fotovoltaica ηλιακό, φωτοβολτάίκό κύτταρο

célula Τ, Τ-κύτταρο

celular 1. ε, βιο, κυτταρικός, -ή, -ό, la estructura celular de la insulina,

η κυτταρική δομή της ινσουλίνης

2. για τηλέφωνο, κινητός, -ή, -ó, operador de telefonía celular, πάροχος κινητής τηλεφωνίας

la telefonía celular, η κινητή τηλεφωνία

3. νομ, απομονωτικός, -ή, -ό για κτίριο φυλάκισης, για διάταξη κελιών σε φυλακή

celulítico, ca 1. ε, κυτταριτιδικός, -ή, -ó

celulitis 1. θ, κυτταρίτιδα

celuloide 1. α, κελουλοΐτης, σελιλόιντ

una muñeca de celuloide, μια κούκλα από σελουλόιντ

2. κνμ, φιλμ ταινίας

3. μτφ, κινηματογράφος, los mitos del celuloide, οι μύθοι του κινηματογράφου

4. εκφ, llevar al celuloide, μεταφέρω στη μεγάλη οθόνη

celulosa 1. θ, χημ, κυτταρίνη

celulósico, ca 1. ε, κυτταρινικός, -ή, -ό

extracelular 1. ε, ιατ, εξωκυτταρικός, -ή, -ό, εξωκυττάριος, -α, -ο

intercelular 1. ε, ενδοκυτταρικός, -ή, -ό.

intracelular 1. ε, βιο, ενδοκυττάριος, -η, -o

pluricelular 1. ε, βιο, πολυκύτταρος, -η, -ο, πολυκυτταρικός, -ή, -ό

unicelular 1. ε, μονοκύτταρος, -η, -ο

celofán 1. α, σελοφάν

2. χαρτί σελοφάν

yelmo 1. α, πρχ γιελμο> κάλ-υμμα= περικεφαλαία του Μεσαίωνα

almete 1. α, πρχ αλμετε> κ-άλ-υμμ-ατι= περικεφαλαία

color πρχ κάλ-υμμα σε κάτι= χρώμα

1. α, χρώμα, μπογιά για αντικείμενο, μάτια, για βάψιμο,

Puse mis colores en la paleta y empecé a pintar,

Έβαλα τα χρώματά μου στην παλέτα και άρχισα να ζωγραφίζω

Cambié el color de las paredes a azul marino, Άλλαξα το χρώμα των τοίχων σε μπλε ναυτικό,

color claro, oscuro ανοικτό, σκούρο χρώμα

televisión en color, έγχρωμη τηλεόραση

ή μτφ, Luis siempre le añade detalles y color a sus historias para hacerlas más interesantes,

Ο Λουίς πάντα προσθέτει λεπτομέρειες και χρώμα στις ιστορίες του για να τις κάνει πιο ενδιαφέρουσες

2. φυλετικό χρώμα, discriminación por cuestión de color, φυλετική διάκριση

En la metrópoli conviven personas de todas las razas y colores,

Άνθρωποι κάθε φυλής και χρώματος ζουν μαζί στη μητρόπολη

3. χρώμα προσώπου, όψη, no tienes muy buen color, το χρώμα σου δεν είναι καλό

El pollo no tiene buen color. Creo que no debemos comerlo,

Το κοτόπουλο δεν έχει καλό χρώμα. Νομίζω ότι δεν πρέπει να το φάμε

4. μτφ, όψη, el asunto adquirió un color trágico, το θέμα πήρε τραγική τροπή

5. μτφ, χρώμα ιδεών, πεποιθήσεις, color político, πολιτικές πεποιθήσεις

6. χρώμα στα χαρτιά, escalera de color σκάλα=κέντα-χρώμα

7. μτφ, χρώμα γεγονότος= λάμψη, λαμπρότητα, el color de una fiesta, η λάμψη της γιορτής

8. σνθ, color de rosa, ροζ

color de voz, χροιά της φωνής

color directo, τυπ, πλακάτο χρώμα

colores complementarios, συμπληρωματικά= δευτερεύοντα χρώματα

colores pastel παστέλ, απαλά χρώματα

color local, τοπικό ύφος

color primario, βασικό χρώμα

color quebrado, ξεθωριασμένο χρώμα

color sólido, ανεξίτηλο χρώμα

mal color, μτφ, κακή, άσχημη όψη

color del espectro luminoso, color del espectro solar, color del iris, color elemental,

φσκ, ορατό φάσμα

9. εκφ, a todo color μτφ, με κάθε χρώμα=παραστατικά un reportaje a todo color

ένα πολύ παραστατικό ρεπορτάζ

cambiar, mudar de color αλλάζω χρώμα

coger color παίρνω χρώμα

de color, χρωματιστός, -η, -ό, για ρούχα, ύφασμα, no mezcles la ropa de color con la blanca,

μην ανακατεύεσεις τα χρωματιστά ρούχα με τα λευκά,

ή για χρώμα δέρματος, έγχρωμος, -η, -ο, hombres de color, έγχρωμοι άνθρωποι

dar color, ή colores a algo, χρωματίζω κάτι

en color, έγχρωμος, -η, -ο, Foto, impresora en color, Φωτογραφία, έγχρωμος εκτυπωτής

flipar en colores οικ, μτφ, φλιπάρω (και αλλάζω χρώματα)

no haber color δεν υπάρχει χρώμα ίδιο= δεν υπάρχει σύγκριση, καμία σχέση

pintar algo con negros colores περιγράφω με μελανά χρώματα

ponerse de mil colores, αλλάζω χίλια χρώματα, le insulto y se puso de mil colores,

τον πρόσβαλλε και άλλαξε χίλια χρώματα

mudar de color, ή la color, αλλάζω χίλια χρώματα

sacar los colores a alguien εξάγω τα χρώματα= κάνω κάποιον να κοκκινίσει,

le sacaba los colores por diversión, τον έκανε να κοκκινίζει για διασκέδαση

salírsele, subírsele a alguien los colores a la cara, κοκκινίζω από ντροπή,

se le suben los colores a la cara, κοκκινίζει από ντροπή

so color de, με το χρώμα= με την πρόφαση, με το πρόσχημα

subido de color, de color subido, με ανεβασμένο χρώμα= για αντικείμενο, έντονο

μτφ, για διήγημα, αστείο, εικόνα = τολμηρό

ver de color de rosa, ή de color rosa, μτφ, βλέπω όλα με ροζ χρώμα = τα βλέπω ρόδινα

colores 1. α πλ, χρώματα χώρας, σημαία, los colores nacionales, τα εθνικά χρώματα

2. φανέλα, vestir los colores de la selección, φορώ την φανέλα της εθνικής ομάδας

defendía los colores de su club, υπερασπιζόταν τη φανέλα της ομάδας του

coloración 1. θ, χρωματισμός

colorado, da 1. ε, κόκκινος, -η, -o

2. εκφ, poner a alguien colorado, κάνω κάποιον να κοκκινίσει

ponerse colorado, κοκκινίζω από ντροπή

más vale ponerse una vez colorado que ciento amarillo, καλύτερα μια φορά κόκκινος παρά 100 κίτρινος= καλύτερα να μετανιώσεις για κάτι που έκανες παρά για κάτι που δεν έκανες

colorado 1. α, κόκκινο

coloradote, ta 1. ε, κοκκινομούρης, -α, -ικο

colorante 1. ε, χρωστικός, -ή, -ó

2. α, χρωστική, sin colorantes ni conservantes, χωρίς χρωστικές και συντηρητικά

colorar 1. ρμ, χρωματίζω, βάφω πλαστικό, ύφασμα, κρύσταλλο

2. χρωματίζω ζωγραφιά, ζωγραφίζω

coloratura 1. θ, μσκ, κολορατούρα, φιοριτούρα

2. κολορατούρα για τραγουδιστή

socolor 1. α, πρχ ισο- ή υπο-κάλ-υμμα= πρόφαση, πρόσχημα, Se ha pretendido por algunos desnaturalizar la paella primitiva valenciana, socolor de mejorarla,

Έχει επιδιωχθεί απο κάποιους να αλλάξουν τα συστατικά της αυθεντικής παέγια της Βαλένθια, με το πρόσχημα της βελτίωσης της

incoloro, ra 1. ε, άχρωμος, -η, -o

monocolor 1. ε, μονόχρωμος, -η, -ο

unicolor 1. ε, μονόχρωμος, -η, -ο

bicolor 1. ε, δίχρωμος, -η, -o

tricolor 1. ε, τρίχρωμος, -η, -o

colorir 1. ρμ, χρωματίζω

colorido 1. α, χρώμα, χρωματισμός, el colorido del arco iris,

o χρωματισμός του ουράνιου τόξου

2. μτφ, ζωντάνια, ζωηρότητα λόγω χρωμάτων, για θέαμα, τοπίο,

una ceremonia llena de colorido, μια τελετή γεμάτη ζωντάνια

colorímetro 1. α, χρωματόμετρο

colorín 1. α, έντονο, χτυπητό χρώμα

2. ορν, καρδερίνα

3. ιατ, ιλαρά

4. εκφ, μτφ, y colorín, colorado, este cuento se ha acabado,

και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα

colorismo

1. α, πολυχρωμία, κολορισμός

2. λγτ, μτφ, χρωματισμός σε περιγραφή= λεπτομέρειες, πολυχρωμία, παραστατικότητα,

le aconsejó que huyese de colorismos y dejase su corazón en la pluma,

Τον συμβούλεψε να απόφευγε την πολυχρωμία και να άφηνε την καρδιά του στην πένα του

3. τεχ, πολυχρωμία, ζωηρός χρωματισμός

colorista 1. ε, α θ, πολύχρωμος, -η, -ο, κολορίστας, -ια

descolorir 1. ρμ, ραντ, αποχρωματίζω, αποχρωματίζεται κάτι, ξεβάφω,

decolorar el pelo, ξεβάφω το μαλλί

2. κάτι χάνει το χρώμα του, ξεθωριάζω, λευκαίνω, después de tanto lavar su ropa en la lavadora se le ha descolorido, αφού έπλυνε τα ρούχα της τόσο πολύ στο πλυντήριο, της έχουν αποχρωματιστεί

descolorido, da 1. ε, αποχρωματισμένος, -η, -ο, ξεβαμμένος, -η, -ο

2. ξεθωριασμένος, -η, -o, λευκασμένος, -η, -ο

3. χλωμός, -ή, -ό, ωχρός, -ή, -ό για μάγουλο, πρόσωπο, άτομο

4. μτφ, μονότονος, -η, -ο για στυλ

descolorimiento 1. α, αποχρωματισμός, ξεθώριασμα, αποβαφή, λεύκανση

colorear 1. ρμ, χρωματίζω, βάφω, Voy a colorear las puertas de azul,

Θα βάψω τις πόρτες μπλε

2. χρωματίζω ζωγραφιά, ζωγραφίζω, Tienes que hacer un dibujo y colorearlo,

Πρέπει να σχεδιάσεις μια εικόνα και να τη χρωματίσεις

3. μτφ, χρωματίζω, βάζω χρώμα, A mi abuela le gusta colorear los cuentos de hadas con detalles que no están en los libros, Στη γιαγιά μου αρέσει να χρωματίζει τα παραμύθια με λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στα βιβλία

4. μτφ, δικαιολογώ, con sus pretenciosas palabras intenta colorear la violación de la ley,

Με τα προσχηματικά λόγια του προσπαθεί να δικαιολογήσει την παράβαση του νόμου

5. ρα, μτφ, παίρνω χρώμα, ωριμάζω, Los pimientos colorearon y ya se pueden comer,

Οι πιπεριές έχουν πάρει χρώμα και πλέον μπορούν να φαγωθούν

6. κοκκινίζω

colorete 1. α, κοκκινάδι, ρουζ για μάγουλα

2. εκφ, ponerse, darse colorete, βάζω κοκκινάδι

descolorar, decolorar 1. ρμ, descolorir, un producto para descolorar el pelo,

ένα προϊόν για τον αποχρωματισμό των μαλλιών

2. ραντ, descolorarse, decolorarse

descoloración, decoloración 1. θ, ιατ, αποχρωματισμός

corlar, corlear πρχ καλ-ύπτω με χρώμα

1. ρμ, για χρυσό, δίνω χρυσή όψη αλείφοντας με ειδικό βερνίκι

corladura 1. θ, χρυσό βερνίκι

2. τεχνική επιχρυσώματος με βερνίκι

ocultar πρχ ο-κουλ-ταρ> επι-καλύ-πτω κάτι= κρύβω

1. ρμ, κρύβω, αποκρύβω, αποσιωπώ για πράγμα, συναίσθημα, πληροφορία,

Ocultó los regalos debajo de la cama, Έκρυψε τα δώρα κάτω από το κρεβάτι,

No hay forma de ocultar las arrugas, por mucho maquillaje que te pongas,

Δεν υπάρχει τρόπος να κρύψεις, επικαλύψεις τις ρυτίδες, όσο μακιγιάζ κι αν βάλεις

No podremos ocultarles la verdad por mucho tiempo,

Δεν θα μπορούμε να τους κρύβουμε την αλήθεια για πολύ

Se le da muy bien ocultar sus sentimientos,

Είναι πολύ καλός στο να κρύβει τα συναισθήματά του

2. καλύπτω αδίκημα

3. νομ , για κλοπιμαία, καλύπτω= αποδέχομαι προϊόντα κλοπής

4. αστρ, αποκρύπτω

5. ραντ, κρύβομαι, Traté de ocultarme detrás de un arbusto,

Προσπάθησα να κρυφτώ πίσω από έναν θάμνο

ocultación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του ocultar, απόκρυψη, κάλυψη, αποσιώπηση

2. νομ, κλεπταποδοχή

3. αστρ, απόκρυψη

4. σνθ, ocultación de pruebas, απόκρυψη αποδείξεων

ocultador, ra 1. ε, πρχ επι-καλυπτής= που κρύβει

ocultador 1. α, φωτ, κάλυμμα, καλύπτρα

ocultamente 1. επρ, που δεν βλέπεται, κρυφά, le siguió ocultamente,

τον ακλούθησε κρυφά

2. μυστικά, viajó ocultamente a Madrid, ταξίδεψε μυστικά στην Μαδρίτη

ocultis, de ocultis 1. εκφ, οικ, στα κρυφά, μυστικά

ocultismo 1. α, αποκρυφισμός

ocultista 1. ε, α θ, αποκρυφιστικός, -ή, -ó, αποκρυφιστής, -ια

oculto, ta πρχ επι-καλυπτός

1. ε, για άτομο, κρυμμένος, -η, -o, estuvo oculto durante 1 año,

ήταν κρυμμένος για 1 χρόνο

2. για πράγμα, encontraron el tesoro oculto en una playa,

βρήκαν τον κρυμμένο θησαυρό σε μια παραλία

3. μυστικός, -ή, -ό, κρυφός, -ή, -ό, άγνωστος, -η, -o,

esta película desvela la historia oculta de la guerra,

αυτή η ταινία αποκαλύπτει την κρυφή ιστορία του πολέμου

4. απόκρυφος, -η, -o, escrituras ocultas, απόκρυφες γραφές

inocultable 1. ε, αν-από-κρυφος, -η, -ο, μη απόκρυφος, -η, -ο

escolta πρχ εσ-κολτα> συ-καλύπτω> που καλύπτει τα νώτα

1. α θ, σωματοφύλακας, el escolta cayó abatido por las balas,

ο σωματοφύλακας έπεσε κτυπημένος απο τις σφαίρες

2. αθλ, σούτινγκ γκαρντ, δυάρι

3. θ, σύνολο ατόμων που καλύπτουν κάποιον= συνοδεία, ακολουθία, φρουρά σε κάποιον,

La escolta detuvo a los manifestantes antes de que llegaran al coche del ministro,

Η φρουρά σταμάτησε τους διαδηλωτές πριν φτάσουν στο αυτοκίνητο του υπουργού

4. στρατιωτική ή αστυνομική συνοδεία, El convoy fue escoltado por una escolta militar,

Η πομπή συνοδεύτηκε από μια στρατιωτική συνοδεία,

La policía formó una escolta para proteger a los testigos durante el juicio,

Η αστυνομία σχημάτισε μια συνοδεία για να προστατεύσει τους μάρτυρες κατά την δίκη

5. συνοδεία, La boda real tuvo una impresionante escolta de caballos y carruajes,

Ο βασιλικός γάμος είχε μια εντυπωσιακή συνοδεία από άλογα και άμαξες

6. τιμητική συνοδεία, El féretro fue llevado por una escolta de honor durante el funeral,

Το φέρετρο μεταφέρθηκε από μια τιμητική συνοδεία κατά τη διάρκεια της κηδείας

7. ναυ, πλοίο νηοπομπής

escoltar 1. ρμ, πρχ συ-καλύπτω= συνοδεύω κάποιον, προστατεύω,

La policía escoltó al presidente hasta su residencia,

Η αστυνομία συνόδευσε τον πρόεδρο μέχρι την κατοικία του,

Un grupo de soldados fue enviado para escoltar al convoy humanitario,

Μια ομάδα στρατιωτών στάλθηκε για να συνοδεύσει την ανθρωπιστική πομπή

Un guardaespaldas fue contratado para escoltar a la celebridad,

Ένας σωματοφύλακας προσλήφθηκε για να προστατεύει την διασημότητα,

2. συνοδεύω τιμητικά, Los cadetes escoltaron a la bandera durante el desfile,

Οι δόκιμοι συνόδευσαν τη σημαία κατά τη διάρκεια της παρέλασης,

3. πλαισιώνω, lo escoltaban en el podio un atleta griego y otro español,

τον πλαισίωναν επάνω στο βάθρο ένας Έλληνας αθλητής κι ένας Ισπανός

4. ναυ, συνοδεύω, Los barcos de guerra escoltaron al buque mercante a través del estrecho,

Τα πολεμικά πλοία συνόδευσαν το εμπορικό πλοίο μέσα από το στενό

clandestino, na πρχ κου-κλουξ-ΚΛΑΝ= με κάλυμμα ή πρχ κελιν-στήνω

1. ε, α θ, κρυφός, -ή, -ó, μυστικός, -ή, -ό, Los rebeldes tenian encuentros clandestinos en el sótano de esa casa, Οι αντάρτες είχαν μυστικές συναντήσεις στο υπόγειο αυτού του σπιτιού

2. κυρ, μτφ, λαθραίος, -α, -o, παράνομος, -ή, -ό, μυστικός, -ή, -ό,

consiguió varios ejemplares clandestinos de «El capital»,

Απέκτησε πολλά λαθραία αντίγραφα του «El capital»,

La empresa fue demandada por usar trabajadores clandestinos,

Η εταιρεία καταγγέλθηκε για χρήση παράνομων εργαζομένων,

Luz tuvo una relación clandestina con un hombre casado,

Η Λουζ είχε μια μυστική σχέση με έναν παντρεμένο άντρα

venta clandestina πώληση παράνομη

clandestinidad 1. θ, μυστικότητα, La clandestinidad de la misión,

Η μυστικότητα της αποστολής

2. παρανομία

3. εκφ, desde, en la clandestinidad, από την, στην παρανομία,

pasar a la clandestinidad, περνώ στην παρανομία

en clandestinidad, με μυστικότητα, στα κρυφά, El aborto es un tema tan controvertido que muchas mujeres se lo practican en clandestinidad, Η άμβλωση είναι ένα τόσο αμφιλεγόμενο θέμα που πολλές γυναίκες το κάνουν κρυφά

clandestinamente 1. επρ, κρυφά, μυστικά

2. λαθραία

cella 1. θ, ατκ, σηκός, σαν κελί

cilio 1. α, βιο, βλεφαρίδα, επειδή καλύπτει το μάτι

2. σνθ, cilio vibrátil, κινητό βλέφαρο

ciliado, da 1. ε, βιο, βλεφαριδοφόρος, -ος, -o

ciliado 1. α, βλεφαριδοφόρο

2. εκφ, los ciliados, ζωλ, τα βλεφαριδοφόρα, πρωτόζωα

ciliar 1. ε, ανα, βιο, βλεφαρι(δι)κός, -ή, -ó

superciliar 1. ε, ανα, πρχ υπερ-βλεφάρου= οφρυϊκός, -ή, -ό

ceja πρχ κελί ή κάλ-υμμα ματιού, πρχ κεχα> κόγχη

1. θ, φρύδι για πρόσωπο, ceja de cara

2. πρόβολος για στέγη, ceja de techo

3. φάσα, φιλετάρισμα για ραφή, ceja de costura

4. σύνδεσμος στη ράχη βιβλίου

5. ράχη πριονιού, ceja de sierra

6. μσκ, καβαλάρης κιθάρας

7. ατκ, δακρυρροή, πρόβολος

8. τχν, αρμοκάλυπτρο

9. εκφ, abrirse la ceja, άνοιξε, σκίστηκε το φρύδι μου

arquear las cejas, ανα-σηκώνω τα φρύδια, σαν σχήμα β-άρκας < αρκεαρ

hasta las cejas, οικ, μέχρι τα φρύδια= μέχρι το λαιμό

está endeudado hasta las cejas, είναι χρεωμένος μέχρι το λαιμό

quemarse las cejas, οικ, μου καίω τα φρύδια= διαβάζω πολύ

tener entre ceja y ceja, έχω ανάμεσα στα φρύδια= βάζω κάποιον στο μάτι αρνητικά,

la tenéis entre ceja y ceja porque os ignora, την έχετε βάλει στο μάτι γιατί σας αγνοεί

metérsele ή ponérsele algo a alguien entre ceja y ceja, οικ, βάζω κάτι μεταξύ φρυδιών=

μπαίνει κάτι στο κεφάλι, μυαλό μου, βάζω στο μάτι κάτι που θέλω,

se le ha puesto entre ceja y ceja vivir en las afueras,

του έχει μπει στο μυαλό να ζήσει στα προάστια

cejijunto, ta πρχ φρύδι-χούντα= φρυσι-μαζί

1. ε, σμιχτοφρύδης, -α, -ικο, Juan es cejijunto, ο Χουάν είναι σμιχτοφρύδης

2. μτφ, για βλέμμα, συνοφρυωμένος, -η, -o, me miraba cejijunto,

με κοίταζε συνοφρυωμένος

cejilla 1. θ, μσκ, καποτάστο, υπομαγάδιο κιθάρας

2. σύνδεσμος ράχης σε βιβλιοδέτηση

3. μσκ, καβαλάρης κιθάρας

cejo 1. α, μτφ, πρωινή ομίχλη, καταχνιά, πούσι, σαν κάλυμμα

cejudo, da 1. ε, φρυδάτος, -η, -ο

entrecejo 1. α, πρχ ενδο-φρυδο= διάστημα ανάμεσα στα φρύδια

2. εκφ, desarrugar el entrecejo, ξεζαρώνω τα φρύδια

fruncir, arrugar el entrecejo, πρχ συν-οφρυώνω, ζ-αρώνω το ενδο-φρυδο= συνοφρυώνομαι

sobreceja 1. θ, επι-φρυδο= κάτω μέρος του μετώπου

sobrecejo, sobreceño 1. α, υπερ-οφρύωμα = συνοφρύωμα

Scroll to Top