COLON

COLON= ΠΡΧ ΚΟΛΟΝ, ΚΩΛΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

colon 1. α, ανα, πρχ κόλον

2. γρμ, κύρια πρόταση μιας περιόδου

3. γρμ, άνω τελεία

4. γρμ, το λατινικό σημείο ;

5. γρμ, άνω και κάτω τελεία

6. σνθ, colon irritable, ανα, ευερέθιστο κόλον

colón 1. α, νόμισμα κολόν

Colón 1. ονο, Κολόμβος, Cristóbal Colón, Χριστόφορος Κολόμβος

2. εκφ, El huevo de Colón, μτφ, το αυγό το Κολόμβου= εύκολο αν ξέρεις το κόλπο,

de repente encontró la solución, que era más simple que el huevo de Colón,

Ξαφνικά βρήκε τη λύση, που ήταν απλό σαν το αυγό του Κολόμβου,

está muy orgulloso de su idea, ¡ni que fuera el huevo de Colón!

Ηταν τόσο υπερήφανος για την ιδέα του, που έκανε σαν να ανακάλυψε την Αμερική!

colostomía 1. θ, ιατ, κολοστομία

cólico 1. α, κολικός

2. σνθ, cólico biliar, hepático, nefrítico, renal, ιατ, κολικός των χοληφόρων,

ηπατικός, νεφρικός, ουρητήρα

3. εκφ, sufrir un cólico, υποφέρω, πάσχω από κολικούς

cólico, ca 1. ε, κολικός, -ή, -ó

colitis 1. θ, ιατ, κολίτιδα

culo πρχ κώλος

1. α, για άτομο, κώλος, γλουτοί, οπίσθια, πισινός

2. οικ, μτφ, για αντικείμενο, πάτος, πυθμένας

3. μτφ, για υγρό, κατακάθι

4. μτφ, για ρούχο, πίσω μέρος

5. μτφ, για δοχείο, πάτος, πυθμένας

6. σνθ, culo de vaso, οικ, μτφ, ψεύτικη πέτρα σε μπιζού

7. εκφ, a tomar por el culo, χυδ, μτφ, να το πάρεις απο κώλο= πήγαινε στο διάολο!

¡vete a tomar por culo! πήγαινε στο διάολο!

le pedí su moto y me mandó a tomar por culo,

του ζήτησα την μηχανή του και με διαολόστειλε

¡que le den por (el) culo! χυδ, μτφ, va πάει στο διάολο!

caer de culo, οικ, μτφ, κάθομαι στο κώλο= μένω σύξυλος

de culo, οικ, μτφ, με τον κώλο και με πλάτη προς τα πίσω,

cayó de culo, έπεσε προς τα πίσω

πάω με την όπισθεν, με τον κώλο, tuvo que salir de culo, χρειάστηκε να βγει με την όπισθεν

de culo de vaso, οικ, μτφ, με πάτο ποτηριού= με χοντρό κρύσταλλο, gafas de culo de vaso,

γυαλιά με πολύ χοντρούς φακούς

dejar a alguien con el culo al aire, οικ, αφήνω κάποιον με τον κώλο στον αέρα= ξεκρέμαστο

en el culo del mundo, οικ, μτφ, στον κώλο του κόσμου= στου διαόλου τη μάνα

estar hasta el culo de algo, alguien, οικ, μτφ, είμαι μέχρι τον κώλο με κάτι, κάποιον=

δεν πάει άλλο, έχω φτάσει στο αμήν

ir de culo, οικ, μτφ, πάω με το κώλο= είμαι πνιγμένος, βιάζομαι πολύ

lamerle el culo a alguien, οικ, μτφ, γλείφω τον κώλο κάποιου= φιλάω κατουρημένες ποδιές mojarse el culo, οικ, μουσκεύω> βάζω το κώλο μου σε κάτι= παίρνω θέση, παρεμβαίνω

mover el culo, οικ, μτφ, κουνάω τον κώλο μου

partirse el culo, χυδ, μτφ, κατουριέμαι από τα γέλια

ή ξεκωλώνομαι στη δουλειά

pensar con el culo, οικ, μτφ, σκέφτομαι επιπόλαια

perder el culo por algo, alguien, οικ, μτφ, χάνω το κώλο για κάτι, κάποιον=

τα δίνω όλα για κάτι, κάποιον

ponerse hasta el culo de, οικ, μτφ, για φαί, ποτό, μέχρι το κώλο= περιδρομιάζω, κατεβάζω ser un culo inquieto, de mal asiento, είναι κωλος ανήσυχος, με κακό κάθισμα=

δεν βάζει κώλο, δεν μπορεί να καθίσει σε μια μεριά

reculo, la 1. ε, πρχ παρά-κωλος, -η, -ο, για πτηνό χωρίς ουρά

culón, ona 1. ε, κωλαράς, -ού, με μεγάλα οπίσθια

2. α, στρατιώτης Ι5, ακατάλληλος

culote, culotte 1. α, αθλ, πρχ κιλότα, σορτς ποδηλασίας, αερόμπικ, de ciclismo, aeróbic

culamen 1. α, οικ, μτφ, κώλος

culatín 1. α, πρχ κωλάκι όπλου= κοντάκι για στήριξη σε ώμο

culazo 1. α, οικ, μτφ, πτώση με τα οπίσθια

culear 1. ρα, για όχημα, κάνω κολιές= εκτρέπομαι πλαγίως

2. οικ, για άτομο, κουνάω τον πισινό μου

3. για ζώο, κουνάω τον πισινό μου

culera 1. θ, πρχ κωλ-ιερα= μπάλωμα στο πίσω μέρος των παντελονιών

2. λεκές, φθορά στο πίσω μέρος των παντελονιών

culillo 1. α, οικ, κωλάκι

2. εκφ, ser culillo de mal asiento, είναι κωλάκι απο κακό κάθισμα= δεν βάζω κώλο,

δεν κάθομαι σε μια μεριά

masculillo 1. α, παιδικό παιγνίδι οπου οι παίκτες πιάνουν ανά δύο ενα παιδί από τα πόδια και τα χέρια και το κουνούν πέρα-δώθε με τα οπίσθιά του στο έδαφος

2. οικ, δυνατό χτύπημα

encular 1. ρμ, χυδ, σοδομίζω, ξεκωλώνω, ξεκωλιάζω

descular 1. ρμ, ξε-πατώνω, αφαιρώ τον πυθμένα σε κάτι

desculatar 1. ρμ, αφαιρώ το ουραίο του όπλου

recular 1. ρα, πρχ παρα-κωλώνω= οπισθοχωρώ, υποχωρώ, κάνω όπισθεν,

reculó hasta quedar pegado a la pared, οπισθοχώρησε εως να μείνει κολλημένος στον τοίχο

recular un paso, οπισθοχωρώ κατά ένα βήμα

reculada 1. θ, οπισθοχώρηση, υποχώρηση σώματος, οχήματος

2. μτφ, υποχώρηση σε γνώμη, άποψη

reculones, a reculones 1. εκφ, με παρα-κωλο= περπατώντας όπισθεν, ανάποδα

culada 1. θ, οικ, πρχ κωλά-τα= χτύπημα στο έδαφος με τα οπίσθια, όταν κάποιος πέφτει

2. εκφ, darse una culada, μου δίνω μια καθισιά με οπίσθια,

mientras caminaba pisó algo y se dió una tremenda culada,

καθώς περπάταγε πάτησε κάτι και σκάει καθιστός στο πάτωμα

culata πρχ κωλάτα= πίσω μέρος σε κάτι

1. θ, μτφ, κεφαλή κινητήρα, culata de motor

2. καπάκι σε κανόνι

3. κοντάκι, ουραίο σε τουφέκι

4. λαβή σε πιστόλι

5. για ζώο, λαγών, γοφός

6. πίσω μέρος σε κάτι

culatazo 1. α, μτφ κλωτσιά στον κώλο

2. κλώτσημα όπλου με το κοντάκι> πίσω μέρος

acular 1. ρμ, κάνω ενα ζώο, κάρο, να μείνει με το πίσω μέρος στηριγμένο κάπου,

στηρίζω με το πίσω μέρος

2. μτφ, στριμώχνω κάποιον, τον έχω κολλημένο με το πίσω μέρος σε τοίχο

3. ραντ, για ζώο, πισωπατώ, πάω με τον κώλο προς τα πίσω

4. ναυ, κάνω κίνηση προς τα πίσω, πάω ανάποδα, με τον κώλο

aculado, da 1. ε, ερλ, ανορθωμένος, -η, -o, πατώντας με το οπίσθιο μέρος κάτω

escólex 1. α, ζωλ, σκωλήκιο

escoliosis 1. θ, ιατ, σκολίωση

escólito 1. α, ζωλ, σκολύτης

Scroll to Top