COLUMPIO

COLUMPIO= ΜΤΘ ΚΟ-ΛΟΥΜΠΙΟ> ΚΟΥ(ΝΙΑ)-ΜΠΕΛΑ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΧΑΡΑΣ, ΠΡΧ ΚΩΛΟ-ΤΟΥΜΠΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

colimbo 1. α, ορν, κηλιδο-βούτι, λαμπροβούτι

columbeta 1. θ, πρχ κωλο-τούμπα, κυβίστηση, los niños daban columbetas en la cama,

τα παιδιά έκαναν κωλοτούμπες στο κρεβάτι

columpio 1. α, μτθ κουνια-μπέλα= κούνια παιδικής χαράς

columpiar 1. ρμ, κινώ κάποιον σε κούνια-μπέλα, la madre columpiaba a su niño,

η μητέρα έκανε κουνια-μπέλα το παιδί της

2. ραντ, κουνιέμαι σε κούνια, κάνω κουνια-μπέλα

No te columpies rápido que vas a caer, Μην κουνιέσαι πολύ γρήγορα αλλιώς θα πέσεις

3. μτφ, λικνίζομαι, κινώ το σώμα μου με επιτήδευση, σαν να κάνω κουνια-μπέλα,

se columpiaba con mucho garbo al pasear, λικνιζόταν με πολύ χάρη όταν περιπατούσε

4. μτφ, δεν παίρνω θέση για κάτι, αμφι-ταλαντεύομαι

5. μτφ, κάνω λάθος, γκάφα και γελοιοποιούμαι, σαν να κάνω κωλοτούμπα,

se ha columpiado al mencionarle, έκανε γκάφα όταν τον ανέφερε

Scroll to Top