COLA

COLA= ΠΡΧ ΚΟΛΟΝ ΠΑΧΕΟΥΣ ΕΝΤΕΡΟΥ> ΟΥΡΑ, ΑΚΡΗ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΚΟΛΟΒΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cola πρχ κόλον παχέος εντέρου= ουρά, άκρο σε κάτι

1. θ, ουρά θηλαστικού, πτηνού, ψαριού, cola de mamífero, ave, pez

ή σύνολο φτερών στην ουρά, cola del pavo real, ουρά του παγωνιού

2. ουρά φορέματος, cola de vestido, traje

3. ουρά αεροπλάνου, κομήτη, cola de avión, cometa

4. ουρά αναμονής, había mucha cola para pagar en la tienda,

είχε πολύ ουρά για να πληρώσεις στο μαγαζί

5. ουρά παρέλασης, κατάταξης, cola de desfile, clasificación

6. ουρά, τέλος λίστας, cola de lista

7. αλογοουρά σε άτομο

8. μτφ, αναψυκτικό κόλα

9. μτφ, πουλί άντρα

10. μσκ, πρχ κόντα

11. σνθ, cola de caballo, βοτ, ιππουρίδα των αγρών ή αλογο-ουρά σε άτομο

cola de golondrina, de milano, de pato, χελιδονοουρά

cola de impresión, ουρά εκτύπωσης

cola de león, ζωλ, λεόνουρος

cola de rata, μικρή στρογγυλή λίμα

cola de zorra, ζωλ, αλωπέκουρος

12. εκφ, ¡a la cola! στην ουρά!

es la pescadilla mordiéndose la cola, είναι η πεσκανδρίτσα δαγκώνοντας την ουρά της=

είναι φαύλος κύκλος

estar a la cola de algo, είμαι μεταξύ των τελευταίων

estar en cola del pelotón, είμαι στην ουρά του πελοτόν

estar en la cola, βρίσκομαι, περιμένω στην ουρά

hacer cola, κάνω ουρά

hacerse una cola, αφήνω αλογοουρά

hay cola para, έχει ουρά, hay cola para la película, έχει ουρά στον κινηματογράφο

llevar la cola, κρατάω την ουρά στον γάμο

montar en cola, μπαίνω στο τελευτάιο βαγόνι

saltarse la cola, παίρνω τη θέση κάποιου σε μια ουρά

tener, traer cola, έχει, τραβά ουρά μαζί= έχει επακόλουθα, συνέπειες

colear 1. ρα, για ζώο, πρχ κολεάζω= κουνάω την ουρά, Mi perro empezó a colear,

Ο σκύλος μου άρχισε να κουνά την ουρά του

2. μτφ, πρχ κυλάει κάτι ακόμα, υφίσταται, τραβώ σε μάκρος για θέμα, πρόβλημα,

Este problema aún colea, tenemos que encontrar una solución,

Αυτό το πρόβλημα ακόμα υφίσταται, πρέπει να βρούμε μια λύση

3. εκφ, vivito y coleando, βιωτός και κολεάζοντας> κουνώντας ουρά= ακμαιότατος

coleo 1. α, κούνημα ουράς

2. μτφ, τράβηγμα σε θέμα, πρόβλημα

descolar ρμ, πρχ ξε-κολίζω= κόβω την ουρά

coleta 1. θ, κοτσίδα μαλλιού, πλεξίδα

2. κοτσιδάκι ταυρομάχου

3. μτφ, υστερόγραφο, συμπέρασμα, σαν κόλον> ουρά σε ομιλία, γραπτό

4. εκφ, cortarse la coleta, για ταυρομάχο, μτφ, κόβω την ουρά= αφήνω την ταυρομαχία

ή μτφ, για άτομο, σταματώ, παραιτούμαι απο κάτι, σαν να κόβω την ουρά

coletazo 1. α, για ζώο, χτύπημα, τίναγμα της ουράς

2. μτφ, τα τελευταία, ύστατες στιγμές σε κάτι, τελειώματα, ψυχορράγημα, κύκνειο άσμα, σαν σάλεμα ουράς, los últimos coletazos de la dictadura, το ψυχορράγημα της δικτατορίας

el arte pop está dando sus últimos coletazos, η ποπ τέχνη βρίσκεται στα τελευταία της

3. εκφ, dar coletazos, χτυπώ με την ουρά

dar los últimos coletazos, για κάτι, είμαι στα τελευταία μου, ψυχορραγώ

coletilla 1. θ, υστερόγραφο όταν γράφω, σαν ουρίτσα,

como coletilla comentó una breve noticia del diario que reforzaba su teoría,

Ως υστερόγραφο, σχολίασε ένα σύντομο άρθρο εφημερίδας που ενίσχυε τη θεωρία του

2. μτφ, όταν μιλάω, κοινότοπη έκφραση, κοινοτοπία, καραμέλα,

siempre acaba sus frases con una coletilla,

πάντα καταλήγει τις φράσεις του με μια κοινότοπη έκφραση

3. εκφ, ponerle coletilla a algo, κάνω μια προσθήκη σε κάτι,

poner una coletilla a un comentario, texto,

κάνω μια προσθήκη σε σχόλιο, κείμενο

colista 1. ε, α θ, που είναι ουραγός, ουραγός

colilla 1. θ, μτφ, κόλον τσιγάρου= αποτσίγαρο, γόπα

colillero, ra 1. α θ, μτφ, άτομο που μαζεύει γόπες

colín, ina 1. ε, πρχ κολοβός, -ή, -ό, με κομμένη ουρά για σκύλο, άλογο

colón, ona 1. α θ, οικ, άτομο που αγνοεί, περνάει την ουρά αναμονής,

¡eh, no seas colón! ε! μην περνάς μπροστά από τους άλλους!

colín 1. α, ορν, ορτύκι

2. μτφ, κριτσίνι, σαν ουρά

colirrojo 1. α, ορν, κοκκινούρης

sotacola θ, πρχ υπο-της-ουράς= λουρί στερέωσης της ιπποσκευής

caudal 1. ε, ζωλ, πρχ καουδαλ > κολα = ουραίος, -α, -o

caudatario 1. α, θρη, πρχ κολα-ταριος= εκκλησιαστικός ακόλουθος που κρατά την ουρά των αμφίων του ιερουργούντος επισκόπου

cobarde 1. ε, α θ, πρχ κο-βαρδε> κολοβός> με κομμένη ουρά= δειλός, -ή, -ó, δειλός, -ή

cobardía 1. θ, δειλία

cobardica 1. ε, α θ, οικ, μτφ, δειλός, -ή, -ó, δειλός, -η

acobardar 1. ρμ, μτφ, κολοβώνω ψυχικά κάποιον= φοβίζω, πτοώ,

El boxeador alto y musculoso acobardaba a sus rivales,

Ο ψηλός, μυώδης πυγμάχος κολόβωνε> φόβιζε τους αντιπάλους του

2. μτφ, αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω, la muerte de su esposa le acobardó,

ο θάνατος της γυναίκας του τον αποθάρρυνε

3. ραντ, δειλιάζω, φοβάμαι, πτοούμαι, με ante, con, por, frente a,

acobardarse ante las dificultades, frente al enemigo,

δειλιάζω αντι, με, προ, των δυσκολιών, έναντι στον εχθρό

No me acobardé cuando el ladrón sacó un arma,

Δεν πτοήθηκα όταν ο ληστής έβγαλε ένα όπλο

4. αποθαρρύνομαι, se acobarda con facilidad, αποθαρρύνεται με ευκολία

acobardamiento 1. α, δειλία, sintió un terrible miedo y en sus acciones se traslucía su acobardamiento, Ένιωθε τρομερό φόβο και η δειλία του φαινόταν στις πράξεις του

2. ατολμία

3. αποθάρρυνση, αποκαρδίωση

acobardado, da 1. ε, για άτομο, δειλός, -ή, -ó, φοβισμένος, -η, -o.

2. για κάτι που βγάζει δειλία, δειλός, -ή, -ó, φοβισμένος, -η, -o,

Ojos acobardados, μάτια δειλά,

Silencio acobardado, σιωπή δειλή

cohete πρχ κολα> κολ-ιτσα> ουρίτσα

1. α, μτφ, πύραυλος

2. ρουκέτα εκρηκτική

3. πυροτέχνημα, βεγγαλικό

4. σνθ, cohete chispero, tronador, βεγγαλικό που βγάζει σπίθες

cohete de varios cuerpos, πολυώροφος προωθητικός πύραυλος

cohete espacial, διαστημικός πύραυλος

cohete propulsor, αερ, προωθητικός πύραυλος

cohete volador, ρουκέτα

5. εκφ, escapar, salir como un cohete, φεύγω σαν βολίδα

lanzar, tirar cohetes, σε εορτή, πετάω, εκτοξεύω πυροτεχνήματα, βεγγαλικά

no ser, estar como para tirar cohetes, οικ, δεν είμαι και για να ρίξω βεγγαλικά=

για απόδοση, δεν είμαι ó,τι καλύτερο, δεν ενθουσιάζω,

su actuación no fue como para tirar cohetes,

η ερμηνεία του δεν ήταν ότι καλύτερο

cohetería 1. θ, πυροτεχνία, πυροτεχνουργία σαν τέχνη, μέρος κατασκευής

2. πυροτεχνικό υλικό, πυροτεχνήματα

cohetero 1. α, κατασκευαστής, -α πυροτεχνικών ειδών

retrocohete 1. α, στρ, πρχ ρετρο-> πύραυλος ανάσχεσης

alcaudón 1. α, ορν, κοκκινοκεφαλάς

2. σνθ, alcaudón dorsirrojo, ορν, αετομάχος

alcaudón real, ορν, διπλοκεφαλάς

coendú 1. α, ζωλ, πρχ α-κανδου= ακανθό-χοιρος

Scroll to Top