COLAR

COLAR= ΗΧΜ ΚΛΟΥ-ΚΛΟΥ> ΗΧΟΣ ΥΓΡΟΥ ΑΠΟ ΣΤΑΞΙΜΟ ΣΟΥΡΩΜΑΤΟΣ, ΣΟΥΡΩΝΩ,

ΠΡΧ ΚΟΙΛΟ ΠΡΑΓΜΑ> ΚΟΙΛΟ-ΤΗΡΙ= ΣΟΥΡΩΤΗΡΙ, ΜΤΦ ΠΕΡΝΑΩ ΑΠΟ ΚΑΤΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

colador ηχμ κλου-κλου-τήρι ή κοιλο-τηρ = σουρωτήρι

1. α, στραγγιστήρι, σουρωτήρι, τρυπητό για σούρωμα, φίλτρο καφέ,

apartó la verdura del caldo con un colado,

ξεχώρισε τα λαχανικά από το ζουμί με ένα σουρωτήρι

2. τυπ, μονάδα διήθησης

3. μτφ, που έχει πολλές τρύπες, σαν σουρωτήρι,

lleva los calcetines como un colador, έχει τις κάλτσες σαν σουρωτήρι

4. σνθ, colador chino, κωνικό σουρωτήρι, σινουά

5. εκφ, dejar como un colador, αφήνω σαν, κάνω σουρωτήρι, κόσκινο

tener más agujeros que un colador, έχω πιο πολλές τρύπες κι από σουρωτήρι=

με έχουν κάνει κόσκινο

coladero ηχμ κλου-κλου-τήριο, κοιλο-τήριο

1. α, στραγγιστήρι, σουρωτήρι

2. μτφ, στενό πέρασμα, σαν σουρωτήρι, En esa frontera apenas hay vigilancia, y se ha convertido en un coladero de armas y de drogas,

Σε αυτά τα σύνορα μόλις που υπάρχει επιτήρηση και έχει μετατραπεί σε πέρασμα όπλων και ναρκωτικών

3. μτφ, εκπαιδευτικό ίδρυμα με διδάσκοντες ιδιαίτερα επιεικείς στους βαθμούς,

ή μάθημα που περνάς εύκολα, σαν σουρωτήρι, Esa asignatura es un coladero,

Αυτό το μάθημα είναι πανεύκολο

4. ορυ, μτφ, στοά ορυχείου

percolador 1. α, πρχ περι-κοιλοτηρ= επαγγελματική καφετιέρα με φίλτρο

coladora 1. θ, γυναίκα που πλένει ρούχα (σαν σε κοίλο σκεύος)

2. σκάφη για πλύσιμο

colar ηχμ κλου-κλου ή περνάω από κοίλο> σουρωτήρι κάτι και τις μεταφορές τους

1. ρμ, για υγρό, διηθώ, φιλτράρω, σουρώνω, he colado cien veces la leche,

έχω σουρώσει 100 φορές το γάλα

2. ρμ, περνάω με χλωρίνη την μπουγάδα, colar con lejía

3. ρμ, μτφ, περνώ από κάπου το χέρι, colar el brazo, la mano

4. μτφ, ρμ, ραντ, περνάω άτομο ή πράγμα από στενό μέρος, se colaron por la chimenea,

πέρασαν μέσα από την καμινάδα

5. ρμ, για μέταλλο, χύνω σε καλούπι

6. μτφ, ρμ, περνάω κάτι πλαστό, πλαστό χρήμα, ναρκωτικά, πλασάρω,

intentaba colar billetes falsos, προσπαθούσε να περάσει χαρτονομίσματα πλαστά

7. ρμ, οικ, μτφ, περνώ πληροφορία

8. ρμ, λέω, πασάρω ψέματα, Mi amigo nos coló el cuento de que se había ganado la lotería,

Ο φίλος μου μας πάσαρε το παραμύθι ότι είχε κερδίσει το λαχείο

9. ρα, κολλάω, περνώ κάτι σαν δικαιολογία, γίνομαι πιστευτός, esa historia no colará,

αυτό το παραμύθι δεν θα κολλήσει, γίνει πιστευτό

10. ραντ, μτφ, μπαίνω κάπου κρυφά ή χωρίς να πληρώσω, πρχ κολλάω κρυφά,

colarse en el metro, μπαίνω στο μετρό χωρίς να πληρώσω

me colé en la fiesta, μπήκα κρυφά στην γιορτή

11. για πληροφορία, διαρρέω, se han colado ciertos datos sobre él,

διέρρευσαν ορισμένες πληροφορίες για αυτόν

12. οικ, μτφ, πρχ τα κάνω κώλος ή κολλάω= κάνω λάθος, την πατάω,

en ese ejercicio me he colado, σε αυτήν την άσκηση τα έκανα κώλος= το έκανα λάθος

colarse por, οικ, μτφ, πρχ κολλάω με κάποιον= είμαι ερωτευμένος, -η με κάποιο άτομο, δάγκωσα τη λαμαρίνα, είμαι τσιμπημένος, -η με, se coló por un joven médico,

κόλλησε με έναν νέο ιατρό

colada 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του colar

2. φιλτράρισμα, διήθηση υγρού

3. μπουγάδα ή ρούχα μπουγάδας, hacer la colada, κάνω μπουγάδα

4. εκροή λάβας, colada de lava

5. μτφ, στενό πέρασμα σε βουνά, λαγκάδι

6. αθλ, επίθεση παίκτη με μπάλα, realizar una colada, κάνω μια επίθεση, επιτίθεμαι

7. μτφ, δρόμος για κοπάδι ζώων, μτθ κο-λα-δα> λα-γκά-δι

8. τχν, χύτευση

9. εκφ, echar algo a la colada, βάζω κάτι στα άπλυτα, να πλυθεί

tender la colada, απλώνω τα ρούχα

todo saldrá en la colada, μτφ, όλο θα βγει στη μπουγάδα =

στο τέλος όλα βγαίνουν στη φόρα

colado, da 1. ε, για υγρό, διηθημένος, -η, -ο, στραγγισμένος, -η, -ο, φιλτραρισμένος, -η, -ο

2. εκφ, estar colado por alguien, οικ, μτφ, είμαι κολλημένος= πολύ ερωτευμένος, -η,

είμαι τσιμπημένος, -η με κάποιο άτομο

coladura 1. θ, φιλτράρισμα, διήθηση, στράγγισμα υγρού

2. μτφ, γκάφα, πρχ σαν να τα κάνω κώλος, ¡vaya coladura que he tenido!

πωπω γκάφα που έχω κάνει!

3. φρμ, διήθηση

colanilla 1. θ, μτφ, μάνταλο παραθύρου, πρχ επειδή κλείνει< κλεινουλα

coliche 1. α, οικ, πρχ κολιτσε> που πάνε κολλητοί = πάρτι

colisa 1. θ, ναυ, μτφ, σαν κοίλο σουρωτήρι= περιστρεφόμενη πλατφόρμα για πυροβόλο

2. περιστρεφόμενο πυροβόλο

recolar 1. ρμ, πρχ περι-κοιλο-νω= ξανα-φιλτράρω, ξανα-στραγγίζω, ξανα-σουρώνω

recuelo 1. α, καφές που ψήνεται στο κατακάθι, ντελβέ προηγούμενου καφέ

2. πρχ περι-χλωριο= ισχυρή χλωρίνη

Scroll to Top