COLA= ΠΡΧ ΚΟΛΛΑ, ΚΟΛΛΑΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cola 1. θ, πρχ κόλλα, Pega eso con cola, Κόλλησε αυτό με κόλλα
2. βοτ, δέντρο κόλα, κολά ή ουσία από αυτό το δέντρο
3. σνθ, cola de pescado, ψαρό-κολλα
cola fuerte, de conejo, δυνατή κόλλα
4. εκφ, no pegar ni con cola, δεν μπήγω ούτε με κόλλα= δεν ταιριάζω καθόλου,
esta camisa no pega ni con cola con la falda,
αυτή η μπλούζα δεν ταιριάζει καθόλου με τη φούστα
colage 1. α, κολάζ, χαρτεπικόλληση
collage 1. α, κολάζ
colágeno 1. α, κολλαγόνο
colagenoplastia 1. θ, ιατ, κολλα-γονοπλαστία, τοποθέτηση εμφυτευμάτων κολλαγόνου
colapez, colapiscis 1. θ, ψαρό-κολλα
colodión 1. α, χημ, κολλόδιο
coloidal 1. ε, χημ, κολλοειδής, -ής, -ές
coloide 1. ε, χημ, κολλοειδής, -ής, -ές
2. α, κολλοειδές
encolar 1. ρμ, πρχ εν-κολλώ> εγκολλώ με κόλλα, κολλώ κάτι,
La taza se rompió al caerse al suelo, y encolamos los pedazos,
Το φλυτζάνι έσπασε όταν έπεσε στο πάτωμα, και κολλήσαμε τα κομμάτια
2. αλείφω με κόλλα χαρτί, Cuando empapelamos el cuarto, yo encolaba el papel y mi esposo lo colocaba, Όταν βάλαμε ταπετσαρία στο δωμάτιο, εγώ άλειφα με κόλλα το χαρτί και ο άντρας μου το τοποθέτησε
3. διαυγάζω, κολλαρίζω οίνο
4. οικ, μτφ, ρίχνω σκόπιμα την μπάλα σε σημείο που θα κολλήσει, σκαλώσει
encolado 1. α, πρχ εν-κόλλημα= κόλλημα, κόλληση με κόλλα,
El encolado no es bueno. Algunas piezas se despegaron,
Το κόλλημα δεν είναι καλό. Κάποια κομμάτια ξεκολληθήκαν
2. διαύγαση οίνου, κολλάρισμα
3. πράξη και αποτέλεσμα του encolar
encolador, ra 1. ε, εν-κολλητικός, -ή, -ό, που εφαρμόζει κόλλα, pistola encoladora,
πιστόλι εν-κολλητικό, κόλλας
encoladora 1. θ, τχν, κολλαρίστρα, μηχανή επικολλήσεως
desencolar 1. ρμ, ξε-κολλώ ¿Cómo desencolaste las dos maderas?
Πώς ξεκόλλησες τα δύο ξύλα;
2. ραντ, ξεκολλιέμαι
desencoladura 1. θ, ξεκόλλημα
protocolo 1. α, πρωτόκολλο τελετής, como exige el protocolo, όπως ορίζει το πρωτόκολλο
2. εθιμοτυπία που πρέπει να ακολουθηθεί σε κάτι
3. πρωτόκολλο
4. νομ, ιατ, πλφ, πρωτόκολλο
5. σνθ, protocolo de comunicación, πλφ, πρωτόκολλο επικοινωνίας
protocolo notarial, νομ, συμβολαιογραφικό βιβλίο πρωτοκόλλου
protocolar 1. ρμ, πρωτοκολλώ
2. ε, του πρωτοκόλλου
protocolizar 1. ρμ, πρωτοκολλώ
protocolización 1. θ, πρωτοκόλληση
protocolario, ria 1. ε, που ακολουθεί το πρωτόκολλο, εθιμοτυπικός, -ή, -ó,
visita protocolaria, εθιμοτυπική επίσκεψη