COL= ΠΡΧ ΚΑΥΛΟΣ> ΣΤΕΛΕΧΟΣ, ΤΟ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΦΥΤΟΥ, ΠΡΧ ΚΟΙΛΟ> ΛΑΧΑΝΟ
col 1. α, λάχανο
2. σνθ, col común, de Bruselas, λευκό λάχανο, Βρυξελλών
3. εκφ, entre col y col, lechuga, πρμ, μτφ, μεταξύ λάχανου και λάχανου, μαρούλι=
το πουλί για να τραφεί, πρέπει να αλλάξει την τροφή
colino 1. α, καλλιέργειες λάχανου
colina 1. θ, σπόροι λάχανου
2. καλλιέργειες λάχανου
colinabo 1. α, βοτ, γογγυλο-κράμβη
acaule 1. ε, βοτ, οικογένεια άμισχων φυτών
caulescente 1. ε, βοτ, πρχ καυλώδες= που έχει καλά αναπτυγμένο μίσχο
multicaule 1. ε, μουλτι-καυλο= με πολλά βλαστάρια, πολλές παρα-φυάδες