COCA

COCA= ΠΡΧ ΚΟΚΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

coca 1. θ, θάμνος κόκα

2. φύλλο της κόκας

3. ουσία κοκαΐνη

cocainismo 1. α, κοκαϊνομανία

cocainomanía 1. θ, κοκαϊνομανία

cocainómano, na 1. α θ, κοκαϊνομανής

cocal 1. α, φυτεία κοκοφοινίκων

2. φυτεία κόκας

cocalero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την κόκα

2. α θ, καλλιεργητής, -ια ή παραγωγός κόκας

Scroll to Top