COCER

COCER, COCINA= ΠΡΧ ΚΟΥΖΙΝΑ> ΨΗΝΩ, ΜΑΓΕΙΡΕΥΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cocina πρχ κουζίνα

1. θ, δωμάτιο κουζίνας, τέχνη μαγειρέματος, γαστρονομία,

Cenamos en la cocina a menudo, Συχνά δειπνούμε στην κουζίνα

La pareja tomó un curso de alta cocina francesa,

Το ζευγάρι παρακολούθησε ένα μάθημα γαλλικής υψηλής γαστρονομίας

2. κουζίνα μαγειρέματος

3. μαγείρεμα, Me resulta difícil hacer dieta porque me encanta la cocina,

Δυσκολεύομαι να κάνω δίαιτα επειδή μου αρέσει πολύ το μαγείρεμα

4. σνθ, cocina casera, σπιτική κουζίνα

cocina de gas, de carbón, κουζίνα γκαζιού, αερίου

cocina económica, εστία μαγειρέματος

cocina eléctrica, ηλεκτρική κουζίνα

cocina rápida, γρήγορο μαγείρεμα

cocinar πρχ κουζινάρω

1. ρμ, μαγειρεύω, Te voy a cocinar una cena muy rica esta noche,

Θα σου μαγειρέψω ένα νόστιμο δείπνο απόψε

2. μτφ, μαγειρεύω, προετοιμάζω κρυφά κάτι, ετοιμάζω,

Creo que la familia está cocinando una intervención,

Νομίζω ότι η οικογένεια ετοιμάζει μια παρέμβαση

3. ραντ, μαγειρεύεται, Este tipo de arroz se cocina en menos de 20 minutos,

Αυτό το είδος ρυζιού μαγειρεύεται σε λιγότερο από 20 λεπτά

precocinado 1. α, προ-μαγειρεμένο

precocinado, da 1. ε, προ-μαγειρεμένος, -η, -o

cocinero, ra 1. α θ, πρχ κουζιν-άρης= μάγειρας, -ισσα

El cocinero aprendió las recetas tradicionales italianas de su abuela,

Ο μάγειρας έμαθε τις παραδοσιακές ιταλικές συνταγές από τη γιαγιά του

2. εκφ, haber sido cocinero antes que fraile, έχει γίνει μάγειρας πριν από μοναχός=

όλα τα ξέρει η γριά αλεπού

cocinilla 1. θ, κουζιν-άκι

2. α, άνδρας απασχολημένος υπερβολικά με δουλειές σπιτιού

malcocinado 1. α, πρχ μελανο-κουζινάτο = εντόσ-θια

recocina 1. θ, πρχ παρα-κουζίνα = παρά-πλευρος προς την κουζίνα βοηθητικός χώρος

trascocina 1. θ, πρχ υστερο-κουζίνα = αποθήκη τροφίμων, πίσω τμήμα κουζίνας

cocer πρχ κοσερ < κουσ-ινα> κουζ-ινα= ψήνω, μαγειρεύω

1. ρα, ψήνω, μαγειρεύω, Mi mamá está cociendo calabazas con tomate y cebolla,

Η μαμά μου μαγειρεύει κολοκύθες με ντομάτα και κρεμμύδι

2. βράζω, Cuece el espagueti por 12 minutos, Βράστε τα σπαγγέτι για 12 λεπτά

3. ζυμώνομαι για κρασί

4. ραντ, μαγειρεύομαι, ψήνομαι, βράζω

5. μτφ, ψήνομαι στην ζέστη, ¿No te estás cociendo con tantos suéteres?

Δεν ψήνεσαι με τόσα πουλόβερ;

6. μτφ, μαγειρεύεται κάτι κρυφά, παίζεται, τρέχει, Algo se cuece con ellos dos,

Κάτι τρέχει με αυτούς τους 2, μεταξύ τους

cocedero 1. α, μαγειρείο που μαγειρεύονται, σερβίρονται ή πωλούνται θαλασσινά,

cocedero de mariscos

2. οικ, μτφ, πρχ καυσ-τήριο> μέρος ζεστό, καμίνι, φούρνος

cocido, da 1. ε, ψημένος, -η, -ο, μαγειρεμένος, -η, -ο, βραστός,-ή, -ό, βρασμένος, -η, -ο

Prefiero las zanahorias cocidas a las crudas, Προτιμώ τα μαγειρεμένα καρότα από τα ωμά

2. εκφ, μτφ estar, ir cocido, είμαι ψημένος, έμπειρος

cocido 1. α, βραστό κρέας, Mi tía prepara un delicioso cocido de res,

Η θεία μου ετοιμάζει ένα νόστιμο βραστό κρέας, στιφάδο με μοσχάρι

2. σνθ, cocido madrileño, βραστό κρέας με ρεβίθια, πατάτες

3. εκφ, ganarse el cocido, κερδίζω το ψωμί μου

cocción 1. θ, ψήσιμο, La preparación de este plato tarda más que la cocción,

Η προετοιμασία αυτού του πιάτου διαρκεί περισσότερο από το ψήσιμο

2. μαγείρεμα

3. βράσιμο, βρασμός

4. τχν, τήξη μετάλλων

cocimiento 1. α, ψήσιμο, μαγείρεμα, βράσιμο, βρασμός

2. αφέψημα

decocción 1. θ, δια-κουζίνας> δια-ψησιμο= αφέ-ψημα, αφέ-ψηση

Una decocción de una hora bastará para extraer todo el sabor de estas hierbas,

Ένα αφέψημα μιας ώρας θα αρκέσει για να εξαγάγεις όλη τη γεύση αυτών των βοτάνων

cochifrito 1. α, πρχ κουζινο-φριτο= φρικασέ αρνιού

cocho, cha 1. ε, ψημένος, -ή, -ό, μαγειρεμένος, -ή, -ό, βραστός, -ή, -ό

cochura 1. θ, ψήσιμο, φουρνιά για ψωμί, cochura de pan

2. ψήσιμο, φουρνιά για πηλό, cochura de arcilla

escocer πρχ εσ-κοσερ> τσού(κς)ξω, σαν κουζίνισμα= ψήσιμο

1. ρα, τσούζω, me escuecen los ojos, με τσούζουν τα μάτια μου

2. μτφ, με τσούζει κάτι σαν προσβολή, πληγώνω, πονώ,

su opinión me escoció mucho, η γνώμη του με έτσουξε πολύ

3. ραντ, τσούζομαι= καίγομαι σε δέρμα, πληγή, ερεθίζομαι, παθαίνω φλεγμονή

con el sudor se me escuecen las axilas, με τον ιδρώτα ερεθίζονται οι μασχάλες μου

4. μτφ, τσούζομαι από κάτι, προσβάλλομαι, θίγομαι, πειράζομαι,

Lucy estába de mal genio y se escoció por una tontería que le dijeron,

Η Λούσι ήταν σε κακοκεφιά και πειράχτηκε από μια ανοησία που της είπαν

escocimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του escocer

escocedura 1. θ, έγκαυμα, καούρα

2. ερεθισμός σε δέρμα, πληγή

3. κοκκινίλα, esta pomada te aliviará la escocedura que te produjo la mochila en los hombros,

αυτή η αλοιφή θα ανακουφίσει την κοκκινίλα που σου προκάλεσε το σακίδιο πλάτης στους ώμους

4. μτφ, τσούξιμο= προσβολή, θίξιμο, sus injurias le causaron una escocedura,

οι προσβολές του του προκάλεσαν προσβολή, τον έτσουξαν

escozor 1. α, φαγούρα, κάψιμο, τσούξιμο, escozor en las axilas, φαγούρα στις μασχάλες

Semanas después del castigo de los latigazos, el marinero aún sentía el escozor en la espalda,

Εβδομάδες μετά την τιμωρία του μαστίγωματος, ο ναύτης ακόμα ένιωθε το τσούξιμο στην πλάτη του

2. μτφ, τσούξιμο από κάτι, καημός, la derrota en el mundial seguía causando escozor,

η ήττα στο μουντιάλ συνέχιζε να προκαλεί τσούξιμο

3. μνησικακία, Aún sentía escozor por los insultos de su suegra,

Ένιωθε ακόμα μνησικακία από τις προσβολές της πεθεράς του

4. τύψεις, el escozor no me deja dormir, οι τύψεις δεν με αφήνουν να κοιμηθώ

5. ζήλια για κάτι, κάποιον, no siento ningún escozor, δεν νιώθω καμιά ζήλια

recocer 1. πρχ περι-ψήνω

ρμ, ξαναβράζω, ξαναμαγειρεύω, Este pollo está crudo, tienes que recocerlo,

Αυτό το κοτόπουλο είναι ωμό, πρέπει να το ξαναμαγειρέψεις

2. παρα-βράζω κάτι, Calienta la sopa, pero no la recuezas,

Ζέστανε τη σούπα, αλλά μην την παραβράσεις

3. σιγοβράζω

4. τχν, metales, ανοπτώ

5. ραντ, σιγοβράζεται

6. παραβράζεται

7. μτφ, περι-ψήνομαι, βράζομαι σε ένα πάθος, συναίσθημα, βασανίζομαι,

se recuece de verla feliz, βασανίζεται με το να την βλέπει χαρούμενη

recocido 1. α, αν-όπτηση για γυαλί, μέταλλα, recocido de vidrio, metales

2. πράξη του recocer, -se

recocido, da 1. ε, μτφ, έμπειρος, -η, -ο, ψημένος, -η, -ο

recocho, cha 1. ε, παραψημένος, -η, -ο, καλο-ψημένος, -η, -ο

precoz πρχ προ-κουζ-ινάτο= ψημένο πριν την ώρα του ή προ-κοκκος> πρώιμος καρπός

1. ε, για φρούτο, πρώιμος, -η, -ο, uvas precoces, σταφύλια πρώιμα

2. πρόωρος, -η, -ο, El urólogo le explicó a Juan cómo abordar la eyaculación precoz,

Ο ουρολόγος του εξήγησε του Χουάν πώς να αντιμετωπίσει την πρόωρη εκσπερμάτωση

3. για άτομο με ικανότητες φυσικές, νοητικές πάνω από ηλικία του, ανεπτυγμένος, -η, -ο,

su especial inteligencia lo convierte en un niño precoz,

η ιδιαίτερη νοημοσύνη του τον μετατρέπει σε ένα ανεπτυγμένο παιδί

4. ιατ, για διάγνωση, πρόωρος, -η, -ο, έγκαιρος, -η, -ο, el médico hizo un diagnóstico precoz,

Ο γιατρός έκανε μια έγκαιρη διάγνωση

precocidad 1. θ, ιδιότητα του precoz, πρόωρο σε κάτι

sancochar 1. ρμ, πρχ σαν-κουζίνα> σαν να το ψήνω= μισό-βράζω, μισό-ψήνω

bizcocho πρχ αμφί-ψητο= μπισ-κότο

1. α, μπισκότο, me gustan los bizcochos, μου αρέσουν τα μπισκότα

2. κέικ, un bizcocho relleno de chocolate, ένα κέικ με γέμιση σοκολάτας

3. πορσελάνη πρχ μπισκουί

4. σνθ, bizcocho borracho, παντεσπάνι σιροπιαστό με αλκοόλ

bizcocho de soletilla, μπισκότο σαβουαγιάρ

bizcotela 1. θ, κέικ με άχνη ζάχαρη

abizcochado, da 1. ε, πρχ μπισκοτάτο= που μοιάζει με κέικ

biscote 1. α, φρυγανιά, biscole integral, φρυγανιά ολικής αλέσεως

biscuit 1. α, μπισκότο, κέικ

2. είδος παγωτού

3. πορσελάνη μπισκουί

bizcochada 1. α, πρχ μπισκοτ-άδα= σούπα με μπισκότα και γάλα

2. είδος στενόμακρου ψωμιού

bizcochar πρχ αμφι-ψήνω

1. ρμ, ξανα-ψήνω ψωμί

2. ξανα-ψήνω κεραμικό

bizcochero 1. α, μπισκοτ-άρικο> κουτί για μπισκότα, κουλουράκια

bizcochero, ra 1. α θ, μπισκοτ-άρης, -ισσα, παρασκευαστής κέικ και άλλων γλυκισμάτων

2. πωλητής, -ια κέικ και άλλων γλυκισμάτων

acoquinar πρχ ακοκιναρ> κάνω κόκκινο κάποιον από φόβο

1. ρμ, τρομάζω, φοβερίζω, Alejandro estaba realmente furioso, su mirada me acoquinó,

Ο Αλεχάντρο ήταν πραγματικά έξαλλος, το βλέμμα του με τρόμαξε

2. μτφ, αποθαρρύνω

3. ραντ, τρομοκρατούμαι, φοβάμαι, δειλιάζω, Tus amenazas no van a acoquinarme,

Οι απειλές σου δεν πρόκειται να με φοβίσουν

4. αποθαρρύνομαι

acoquinamiento 1. α, τρόμος

2. αποθάρρυνση

cucarda 1. θ, πρχ κονκάρδα, εθνόσημο

2. σφυρί λιθοξόων, με πλατύ κεφάλι σαν κονκάρδα

cuchipanda πρχ κουζίνα-πάντες= όλοι για φαί

1. εκφ, ir, salir de cuchipanda, βγαίνω για γλέντι

ή κάνω γερό φαγοπότι

culinario, ria 1. ε, πρχ κουζιν-άρικο= μαγειρικός, -ή, -ó, γαστρονομικός, -ή, -ό,

Comer en Perú es una experiencia culinaria única,

Το να φας στο Περού είναι μια μοναδική γαστρονομική εμπειρία

apepsia 1. θ, απεψία

dispepsia 1. θ, ιατ, δυσπεψία

dispéptico, ca 1. ε, α θ, ιατ, δυσπεπτικός, -ή, -ó

eupepsia 1. θ, ιατ, ευπεψία

eupéptico, ca 1. ε, ιατ, ευπεπτικός, -ή, -ó

pepitoria 1. θ, πιάτο πουλερικού μαγειρεμένου σε σάλτσα με αμύγδαλα και κρόκο αυγού 2. μτφ, αχταρμάς, συνονθύλευμα, su habitación era una pepitoria de cosas desordenadas,

το δωμάτιό του ήταν ένα συνονθύλευμα από πράγματα ακατάστατα

3. εκφ, en pepitoria, φρικασέ, gallina en pepitoria, κότα φρικασέ

pepino πρχ μακρο-πέπονο

1. α, αγγούρι

2. οικ, μτφ, οβίδα, όλμος, σαν αγγούρι

3. οικ, ξυλ-άγγουρο

4. εκφ, importar un pepino, οικ, (no) me importa un pepino, ποσώς με ενδιαφέρει

no valer un pepino, δεν αξίζω μία

pepinillo 1. α, αγγουράκι, τουρσί

pepónide 1. θ, βοτ, πεπονοειδές

apepinado, da 1. ε, σαν αγγούρι> μακρουλός, -ή, -ó, μακρόστενος, -η, -o

pepinar 1. α, χωράφι με αγγούρια

pepinazo 1. α, οικ, έκρηξη, σαν αγγούρι, για κανόνι, όπλο, pepinazo de cañón, arma,

2. μτφ, στο ποδόσφαιρο, βολίδα, ¡Qué pepinazo! ¿Cómo pudo anotar desde esa distancia?

Τι βολίδα! Πώς μπόρεσε να σκοράρει από τόση απόσταση;

impepinable 1. ε, οικ, σίγουρος, -η, -ο, αναμφισβήτητος, -η, -ο, αδιαμφισβήτητος, -η, -ο

que el tabaco es perjudicial, es una verdad impepinable,

Το ότι ο καπνός είναι επιβλαβής είναι μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια

pepe 1. α, πεπόνι χάλια, πρχ χλεμπόνα

pepsina 1. θ, πεψίνη

péptico, ca 1. ε, πεπτικός, -ή, -ó

péptido 1. α, χημ, πεπτίδιο

peptona 1. θ, πεπτόνη

Scroll to Top