CLUECA= ΗΧΜ ΚΛΟ-ΚΛΟ> ΚΛΩΣΣΑ, ΠΡΧ ΤΣΙΤΣΙΡΙΣΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
clueca 1. θ, κλώσα
clueco 1. α, στρουθοκάμηλος που κλωσά
clueco, ca 1. ε, που κλωσά, gallina clueca, κλώσα
cloquear 1. ρα, κάνω κλο-κλο= κακαρίζω, las gallinas cloquean, οι κότες κακαρίζουν
cloqueo 1. α, κακάρισμα
cloquera 1. θ, κλώσσημα
enclocar 1. ρα, για κότα, εν> κλωσώ, Muchas gallinas enclocarron,
Πολλές κότες κλώσησαν
llueca 1. ε, θ, για πτηνό που κλωσά, επωάζων, -ουσα, -ον, κλώσσα
cuclillas, en cuclillas 1. εκφ επρ, σαν κλώσα κάθομαι= με το βάρος στις φτέρνες
2. εκφ, ponerse en cuclillas, κάθομαι στις φτέρνες
acuclillarse 1. ραντ, κάθομαι στις φτέρνες
cócora 1. ε, α θ, μτφ σαν κόκορας, ενοχλητικός, -ή, -ό
encocorar 1. ρμ, οικ, σαν κόκορας κάνω= εκνευρίζω, ζαλίζω πολύ κάποιον,
No me cae bien Jorge. Me encocora su arrogancia,
Δεν μου αρέσει ο Χόρχε. Με εκνευρίζει η αλαζονεία του
chocho 1. α, βοτ, λούπινο
2. οικ, μτφ, ζαχαρωτό, επειδή κάνει τσου-τσου στην γεύση
3. χυδ, μτφ, πρχ τσα-τσα οίκου ανοχης= μουνί
chochear 1. ρα, ηχμ τσι-τσι-ρίζω στο μυαλό μου λόγω ηλικίας= ξεκουτιαίνω, ξεμωραίνομαι, el abuelo chochea, ο παππούς ξεμωραίνει
2. οικ, μτφ, κάνω σαν ξεμωραμένος, cuando habla de sus hijos chochea,
όταν μιλά για τα παιδιά του, κάνει σαν ξεμωραμένος
3. chochear por, οικ, μτφ, κάνω τσιτσίρισμα για κάποιον, χάνω το μυαλό μου για,
chochea por una compañera de trabajo, έχει χάσει τα μυαλά του για μια συνάδελφο
chochera, chochez 1. θ, τσι-τσίρισμα μυαλού= γεροντική άνοια, ξεκούτιασμα
mi abuelo no muestra ni rastros de chochera,
ο παππούς μου δεν δείχνει ίχνος γεροντικής άνοιας
2. πράξη, λόγος σαν τσιτσίρισμα= παραλήρημα, ανόητη πράξη, ξεμωράματα,
sus chocheces le delatan, οι ανοησίες του τον προδίδουν
3. οικ, μτφ, τσιτσίρισμα από αγάπη= καψούρα
chocho, cha 1. ε, τσιτσιρισμένος στο μυαλό, ξεκούτης, -α, -ικο, ξεμωραμένος, -η, -o,
es un viejo chocho, είναι ένας γερο-ξεκούτης
2. οικ, μτφ, τσιτσιρισμένος για κάποιον, κάτι, τρελαμένος, -η, -o, está chocho por su novia,
είναι τρελός για τη μνηστή του
achocharse 1. ραντ, τσιτσιρίζομαι στο μυαλό= ξεμωραίνομαι