CLORO= ΠΡΧ ΧΛΩΡΙΟ, ΠΡΧ ΧΟΛΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
clorato 1. α, χημ, χλωρικό άλας
2. σνθ, clorato de potasio, χλωρικό κάλιο
clorar 1. ρμ, χλωριώνω
cloración 1. θ, χλωρίωση
clorado, da 1. ε, χλωριωμένος, -η, -o
cloral 1. α, χλωρίωση
clorhidrato 1. α, υδροχλώριο
2. σνθ, clorhidrato de cocaína, υδροχλώριο κοκαΐνης
clorhídrico, ca 1. ε, υδροχλωρικός, -ή, -ó, ácido clorhídrico, υδροχλωρικό οξύ
dórico, ca 1. ε, χλωρικός, -ή, -ó, ácido dórico χλωρικό οξύ
clorita 1. θ, ορυ, χλωρίτης
clorito 1. α, χημ, χλωρικό άλας
2. σνθ, clorito de sodio, χλωρικό άλας νατρίου
cloro 1. α, χημ, χλώριο
cloroanfenicol 1. α, ιατ, χλωραμφαινικόλη
clorofícea 1. θ, βοτ, χλωροφύκος, πράσινο φύκι
clorofila 1. θ, βοτ, χλωροφύλλη
clorofílico, ca 1. ε, χλωροφυλλικός, -ή, -ό
clorófitos 1. α, βοτ, χλωρόφυτα
clorofluorcarbono, dorofluorocarbono 1. α, χημ, χλωροφθοράνθρακας
clorofluorocarbonado, da 1. ε, χλωροφθορανθρακικός, -ή, -ó
cloroformizar 1. ρμ, ιατ, ναρκώνω με χλωροφόρμιο
cloroformo 1. α, χλωροφόρμιο
clorofórmico, ca 1. ε, χημ, χλωροφορμικός, -ή, -ó.
clorometría 1. θ, χλωριομετρία
cloromicetina 1. θ, ιατ, χλωρομυκητίνη
cloropicrina 1. θ, χημ, χλωροπικρίνη
cloroplasto 1. α, βοτ, χλωροπλάστης
cloropreno 1. α, χημ, χλωροπρένιο
cloroquinina 1. θ, ιατ, χλωροκίνη
clorosis 1. θ, ιατ, χλώρωση
clorótico, ca 1. ε, ιατ, χλωρωτικός, -ή, -ó
clorurar 1. ρμ, χλωριώνω
cloruro 1. α, χημ, χλωρίδιο
perclorato 1. α, χημ, υπερχλωρική ένωση, υπερχλωρικό άλας
percloruro 1. α, χημ, υπερ-χλωριούχος ένωση
perclórico, ca 1. ε, χημ, υπερ-χλωρικός, -ή, -ó.
colagogo, ga 1. ε, ιατ, χολαγωγός, -ός, -ó
colagogo 1. α, ιατ, χολαγωγός ουσία
colecistectomía 1. θ, ιατ, χολοκυστεκτομή
colecistitis 1. θ, ιατ, χολοκυστίτιδα
colecistografía 1. θ, ιατ, χολοκυστογραφία
colecistotomía 1. θ, ιατ, χολοκυστοτομία
colédoco 1. ε, ανα, χοληδόχος, -ος, -o
2. α, ανα, χοληδόχος πόρος
colemia 1. θ, ιατ, χολαιμία
coleriforme 1. ε, ιατ, χολεροειδής, -ής, -ές
colerina 1. θ, ιατ, διαρροϊκό στάδιο χολέρας
colesterina 1. θ, βιο, χοληστερίνη
colesterol 1. α, χοληστερόλη
2. σνθ, colesterol bueno, malo καλή, κακή χοληστερόλη
3. εκφ, tener el colesterol alto, elevado, ιατ, έχω υψηλή, ανεβασμένη χοληστερόλη
coluria 1. θ, ιατ, χολουρία
cólera 1. α, ιατ, χολέρα
2. θ, μτφ, χολή= θυμός, οργή, se puso rojo de cólera,
κοκκίνισε, άναψε, φούντωσε από το θυμό του
3. εκφ, descargar la cólera en algo, alguien, ξεσπώ το θυμό μου σε κάτι, κάποιον
descargó su cólera en su familia, ξέσπασε την οργή του στην οικογένεια του
entrar en cólera, μπαίνω σε θυμό, θυμώνω
montar en cólera, μοντάρω μια οργή, θυμό= θυμώνω, εξοργίζομαι, νευριάζω
cortar la cólera, κόβω την χολή> πείνα ή κόβω τα νεύρα, θυμό σε κάποιον,
necesita cortar la cólera a mediatarde, χρειάζεται να κόψει την πείνα το απόγευμα
con el bofetón le cortó la cólera rápidamente,
με την σφαλιάρα του έκοψε τα νεύρα γρήγορα
colérico, ca 1. ε, μτφ, για άτομο, χολερικός, -ή, -ό ευέξαπτος, -η, -o, θυμώδης, -ης, -ες
2. για βλέμμα, κοίταγμα, φωνή, οργισμένος, -η, -ο
3. για χαρακτήρα, ιδιοσυγκρασία, χολερικός, -ή, -ό, επιθετικός, -ή, -ό
4. ιατ, χολερικός, -ή, -ό
encolerizar 1. ρμ, πρχ βγάζω χολή σε κάποιον= θυμώνω κάποιον, εξοργίζω, εξαγριώνω
2. ραντ, θυμώνω εγώ, εξοργίζομαι, εξαγριώνομαι, se encolerizó al saber la mala noticia,
εξοργίστηκε οταν έμαθε την άσχημη είδηση
encolerizado, da 1. ε, για άτομο, οργισμένος, -η, -ο, θυμωμένος. -η, -ο
2. για κραυγή, φωνή, οργισμένος, -η, -ο, θυμωμένος, -η, -ο
3. για πρόσωπο, οργισμένος, -η, -ο
desencolerizar 1. ρμ, ξεχολιάζω> αφαιρώ τον θυμό, οργή= ηρεμώ, κατευνάζω
2. ραντ, ηρεμώ εγώ, κατευνάζομαι
melancolía 1. θ, μελαγχολία, estado de melancolía, κατάσταση μελαγχολίας
melancólico, ca 1. ε, α θ, μελαγχολικός, -ή, -ó
melancolizar 1. ρμ, ραντ, μελαγχολώ κάποιον ή μελαγχολώ εγώ
díscolo, la 1. ε, α θ, πρχ με δυσ-χολη> δύσκολη ιδιοσυγκρασία= ανυπάκουος, -η, -o,
ατίθασος, -η, -o, δύσκολος, -η, -ο, δύστροπος, -η, -ο, απέναντι σε κανόνες, στερεότυπα,
es muy díscola, no acepta las normas sociales,
είναι πολύ ατίθαση, δεν δέχεται τους κοινωνικούς κανόνες
hiel πρχ χιελ> χολή
1. θ, κυρ, χολή
2. μτφ, χολή, sus palabras estaban llenas de hiel, τα λόγια του ήταν γεμάτες απο χολή
3. σνθ, hiel de la tierra, βοτ, κενταύριο, θερμόχορτο
4. εκφ, echar, sudar la hiel, οικ, μτφ, ρίχνω, ιδρώνω την χολή=
φτύνω αίμα, μου βγαίνει το λάδι
hieles 1. θ πλ, πρχ χολές= πίκρες, δυσκολίες, las hieles de la vida,
η πίκρες, δυσκολίες της ζωής
ahelear 1. ρμ, πικραίνω κάτι, κάνω πικρό σαν τη χολή
2. μτφ, πικραίνω κάποιον, σαν να του δίνω χολή
arsénico 1. α, χημ, αρσενικό
2. σνθ, arsénico blanco, rojo, αρσενικό λευκό, κόκκινο
arseniado, da 1. ε, χημ, που περιέχει αρσενικό
arseniato 1. α, αρσενικό άλας
arsenical 1. ε, χημ, αρσενικός, -ή, -ó
arsénico, ca 1. ε, χημ, αρσενικός, -ή, -ó
arsenioso, sa 1. ε, χημ, αρσενιούχος, -ος, -o
arsenito 1. α, αρσενικώδες
arseniuro 1. α, αρσενίδιο
arsina 1. θ, αρσίνη
circón 1. α, ζιργκόν
circona 1. θ, χημ, ζιρκόνια, οξείδιο του ζιρκονίου
circonio 1. α, χημ, ζιρκόνιο
circonita, zirconita 1. θ, τεχνητή πέτρα ζιρκόνι