CHIRINOLA

CHIRINOLA= ΠΡΧ ΣΑ ΣΕΙΡΗΝΟΥΛΑ Ή ΤΣΙΡΙΔΑ> ΔΙΑΠΛΗΚΤΙΣΜΟΣ, ΠΡΧ ΣΕΙΡΑ-ΑΠΟ ΛΟΓΙΑ

chirinola 1. θ, συζήτηση μεγάλη

2. διαπληκτισμός

3. παιχνίδι κορύνες

4. οικ, μτφ, ασήμαντο πράγμα, μικροπράγμα, σαν τσιρίδα για κάτι,

no te preocupes, su observación no es más que una chirinola,

μην ανησυχείς, η παρατήρηση του δεν είναι παρα μόνο μια τσιρίδα> μικροπράγμα

5. εκφ, estar de chirinola, είμαι ευδιάθετος ή γλεντάω, ξεφαντώνω,

estuvieron de chirinola casi toda la noche, ξεφάντωσαν σχεδόν όλη τη νύχτα

Scroll to Top