CHIRIPA

CHIRIPA= ΠΡΧ ΤΣΙ> ΚΙ-ΡΙ-ΠΑ> ΚΑ-ΡΑ-(Μ)ΠΟΛΑ> ΕΥΝΟΙΑ ΤΥΧΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chiripa 1. θ, τυχαίο γεγονός ευνοϊκό, τύχη, εύνοια τύχης, ρέντα, σπόντα ευνοϊκή,

de chiripa lo encontró en casa, από τύχη τον πέτυχα, συνάντησα στο σπίτι

2. οικ, καραμπόλα σε μπιλιάρδο

3. εκφ, de, por pura chiripa, από καθαρή τύχη

tener chiripa, έχω τύχη

chiripear 1. ρα, κάνω καραμπόλα στο μπιλιάρδο

chiripero, ra 1. α θ, οικ, που ευνοείται από την τύχη

Scroll to Top