CHIPRIOTA

CHIPRIOTA= ΠΡΧ ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ, ΚΥΠΡΟΣ, ΜΕΤΑΛΛΟ ΧΑΛΚΟΣ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΧΕ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ,

ΜΤΘ ΚΟ-ΜΠΡΕ> ΜΠΑ-ΚΙΡ> ΜΠΑΚΙΡΙ= ΧΑΛΚΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Chipre 1. ονο, Κύπρος

chipriota, chipriote πρχ κυπριώτης

1. ε, κυπριακός, -ή, -ό, κυπριώτικος, -η, -ο, κύπριος, -α, -ο, κυπραίικος, -η, -ο

2. α θ, Κύπριος, Κυπραίος, Κυπριώτης, Κύπρια, Κυπρία, Κυπραία, Κυπριώτισσα

3. α, ιδίωμα Κυπριακά, Κυπριώτικα, Κυπραίικα

ciprino, na 1. ε, κυπριακός, -ή, -ó, κυπραίικος, -η, -o, κυπριώτικος, -η, -o

2. α θ, Κύπριος, Κύπρια, Κυπραίος, Κυπραία

cipriota 1. ε, κυπριακός, -ή, -ó, κυπραίικος, -η, -o, κυπριώτικος, -η, -o

2. α θ, Κύπριος, Κύπρια, Κυπραίος, Κυπραία

cúprico, ca 1. ε, χημ, χαλκικός, -ή, -ó, óxido cúprico, οξείδιο του χαλκού

cuprífero, ra 1. ε, χαλκο-φόρος, -α, -o, yacimiento, mineral cuprífero,

χαλκοφόρο κοίτασμα, μετάλλευμα

cuproso, sa 1. ε, χημ, χαλκούχος, -ος, -ο, χαλκώδης, -ης, -ες

cuproníquel 1. α, χημ, χαλκονικέλιο

alcaparrosa 1. θ, χημ, κοινή ονομασία θειικών ενώσεων

caparrosa θ, χημ, θειική ένωση

cobre 1. α, χαλκός

2. χρώμα χάλκινο

3. σνθ, cobre amarillo, ορείχαλκος, μπρούντζος

cobre quemado, θειικός χαλκός

cobre verde, μαλαχίτης

4. εκφ, batirse el cobre, οικ, μτφ, μπατάρομαι στον χαλκό= σκοτώνομαι στη δουλειά

cobre 1. ε, χρώμα του χαλκού

cobres 1. α πλ, μσκ, τα χάλκινα όργανα

cobreño, ña 1. ε, χάλκινος, -η, -ο

cobrizo, za 1. ε, χαλκόχρωμος, -η, -o, καστανοκόκκινος, -η, -ο,

2. για μαλλί, κόκκινος, -η, -ο, με χάλκινες ανταύγειες, ακαζού

acobrado, da 1. ε, χάλκινος, -η, -o

encobrar 1. ρμ, επιχαλκώνω, μπακιρώνω

encobrado, da 1. ε, επίχαλκος, -η, -o

Scroll to Top