CHASCA= ΗΧΜ ΤΣΙΣΚ> ΤΣΑΚΙΣΜΑ ΞΥΛΟΥ, ΗΧΜ ΤΣΙΣΚ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΦΙΑΣΚΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
chasca ηχμ τσισκ> ήχος κλαδιού όταν πατιέται, σπάει ή τσακισμένα κλαδιά
1. θ, κλαδάκια, ξυλαράκια κλαδέματος,
Después de podar el árbol, junta la chasca en una pila,
Αφού κλαδέψεις το δέντρο, συγκέντρωσε τα κλαδάκια σε ένα σωρό
2. κλαδάκια για προσάναμμα φωτιάς
chascar ηχμ κάνω τσισκ ή τσακίζω
1. ρα, ηχμ τσισκίζουν τα κλαδιά= κάνω τσισκ, τρίζω, κριτσα-νίζω,
la madera seca chascaba al arder, το ξερό ξύλο κριτσάνιζε όταν καιγόταν
για ψωμί, el pan duro chascó al morderlo, το ξερό ψωμί κριτσάνισε όταν το δάγκωσα
2. κάνω τσισκ όταν τρώω, no chasques mientras comes, μην κριτσανίζεις ενώ τρως
3. οικ, μτφ, πρχ τσακίζω φαί, τρώω λαίμαργα, καταβροχθίζω, ¡cómo chasca tu marido!
πώς τσακίζει το φαί, τρώει ο άντρας σου!
4. για μαστίγιο, κάνει τσισκ με το χτύπημα, κροτώ, χτυπώ,
el látigo chascó al golpearlo contra el suelo,
το μαστίγιο έκανε κρότο καθώς χτύπησε στο έδαφος
5. ρμ, κάνω τσισκ με την γλώσσα, πλαταγίζω,
chascó la lengua contra el paladar en señal de reprobación,
πλατάγισε τη γλώσσα στον ουρανίσκο σε ένδειξη αποδοκιμασίας
6. τρίζω δάκτυλα
chascarrillo 1. α, πρχ τσι-τσι-ρίζω από γέλιο= ανέκδοτο με πολύ γέλιο, αστεία ιστορία,
sus chascarrillos son ingeniosísimos, τα ανέκδοτα του είναι υπέροχα
chasco πρχ φιάσκο, πρχ τσάκισμα ψυχικό
1. α, απογοήτευση, χάλασμα διάθεσης από κάτι, τσάκισμα ψυχικό,
nos llevamos un chasco al no recibir invitación,
πήραμε απογοήτευση που δεν λάβαμε πρόσκληση
2. φιάσκο, αποτυχία, el resultado fue un chasco absoluto para el equipo,
το αποτέλεσμα ήταν σκέτη αποτυχία για την ομάδα
3. εκφ, dar un chasco a alguien, παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον
llevarse un chasco, απογοητεύομαι
chasquear 1. ρα, κάνω τσισκ με κάτι, τρίζω, κριτσανίζω,
chasqueó el látigo para avivar la marcha de las caballerías,
έτριξε> χτύπησε το μαστίγιο για να ζωντανέψει την πορεία των αλόγων
me gusta como suenan las ramas cuando chasquean,
μου αρέσει o θόρυβος των κλαδιών που τσακίζουν
2. πλαταγίζω, Pablo chasquea la lengua, ο Πάμπλο πλαταγίζει την γλώσσα
3. μτφ, πρχ κάνω φιάσκο σε κάποιον= κάνω φάρσες, αστεία, πλάκα,
¡deja de chasquear y compórtate! σταμάτα τα αστεία!
4. ρμ, κοροϊδεύω, εξαπατώ, no me gusta que vayas chasqueando a la gente,
δεν μου αρέσει να κοροϊδεύεις τον κόσμο.
5. κάνω φιάσκο σε υπόσχεση, δεν τηρώ κάτι, τσακίζω υπόσχεση,
chasqueó su compromiso con los amigos, τσάκισε, δεν τήρησε την υπόσχεση με τους φίλους
chasquido 1. α, ηχμ τσισκ> τρίξιμο ξύλου, οστού
2. κρότος μαστιγίου
3. πλατάγισμα γλώσσας
4.κρότος όπλου, chasquido de arma