CHATARRA= ΠΡΧ Τ-ΣΑΤΑΡΑ> ΣΙΔΕΡΑ, ΗΧΜ ΤΣΑΤ-ΤΣΑΤ ΜΕΤΑΛΛΩΝ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
chatarra 1. θ, σύνολο από παλιές συσκευές ή κομμάτια από σίδερο, παλιο-σίδερα,
pesó la chatarra y le abonó en metálico, ζύγισε τα παλιοσίδερα και τον πλήρωσε σε μετρητά
ή σκουριά που αφήνει το σίδερο
2. μτφ, πράγμα για τα παλιοσίδερα, σαράβαλο, μπακατέλα,
mi coche es una auténtica chatarra, το αμάξι μου είναι σκέτο σαράβαλο
3. οικ, μτφ, ψιλά, κέρματα, llevo el monedero lleno de chatarra,
κουβαλώ το πορτοφόλι γεμάτο από ψιλά
4. υτμ, μτφ, ψευδο-κοσμήματα, ευτελή αντικείμενα ή παράσημα που φορά κάποιος,
mi tía iba cargada de chatarra, η θεία μου πήγαινε φορτωμένη με κοσμήματα
chatarrero, ra 1. α θ, έμπορος παλιοσιδηρικών
chatarrería 1. θ, μάντρα παλιο-σιδηρικών
2. επάγγελμα παλιοσιδερά
achatarrar, chatarrear 1. ρμ, κάνω ή πάω για παλιοσίδερα κάτι
achatarramiento 1. α, διάλυση σε παλιοσίδερα