CHARRÁN

CHARRÁN= ΠΡΧ ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ, ΠΡΧ ΓΛ-ΑΡΑΝ> ΓΛΑΡΟΣ

charrán 1. α, ορν, ποταμογλάρονο

2. σνθ, charrán ártico, inca, χιονογλάρονο, γλαρόνι ίνκα, pontoppidan

charrán patinegro, rosado, μαυρόποδο γλαρόνι, ροδογλάρονο

charrán, ana πρχ τσαραν> τσαρλα-τανος

1. ε, ύπουλος, -η, -ο, υποκριτικός, -ή, -ό, δόλιος, -α, -ο

2. α θ, λαμόγιο, απατεώνας, παλιάνθρωπος, κανάγιας, μουσίτσα,

la señora le regateaba el precio, mientras los charranes le robaban la fruta,

Η κυρία παζάρευε για την τιμή, ενώ τα λαμόγια της έκλεβαν τα φρούτα

charranada 1. θ, απάτη, λαμογιά, κατεργαριά, παλιανθρωπιά, ξεγέλασμα

charranear 1. ρα, κάνω απάτες, λαμογιές, κατεργαριές, φέρομαι σαν παλιάνθρωπος

charranería 1. θ, δολιότητα, κατεργαριά

Scroll to Top