CHAPA= ΠΡΧ ΚΑΠΑΚΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
chapa πρχ καπά-κι και τις ιδιότητες του
1. θ, μεταλλικό φύλλο, λαμαρίνα, έλασμα, una chapa de acero,
ενα μεταλλικό φύλλο απο ατσάλι
2. πρχ καπα> καπλαμάς, φύλλο ξύλου
3. καπάκι σε μπουκάλι
4. λαμαρίνα οχήματος
5. μτφ, διακριτικό σήμα αστυνομικού, el policía nos enseñó su chapa,
ο αστυνομικός μας έδειξε το σήμα του
6. κονκάρδα
7. οικ, μτφ, πρχ καπά-ρο χρημάτων= παραδάκι, λεφτά, φράγκα, μπικικίνια
8. χυδ, μτφ, βίζιτα, πήδημα, σαν καπάκωμα απο κάποιον
9. μτφ, κοκκίνισμα στο μάγουλο, con el calor te han salido chapas,
με την ζέστη σου έχουν βγει κοκκινάδια
10. σνθ, chapa de estarcir, στένσιλ
chapa ondulada, κυματοειδής, αυλακωτή λαμαρίνα.
11. εκφ, de chapa, μτφ, τυπικός, σοβαρός άνθρωπος, με καπάκι ψυχικό, στεγανός
hacer chapas, χυδ, κάνω βίζιτες
no dar, pegar ni chapa, οικ, μτφ, δεν δίνω, μπήγω καπάκι= δεν κάνω τίποτα, τεμπελιάζω
no da ni chapa y luego se queja de que no tiene dinero,
δεν κάνει τίποτα και μετά παραπονιέται πως δεν έχει χρήματα
no tener ni chapa, οικ, μτφ, δεν έχω ιδέα ή δεν έχω χρήματα, φράγκο, είμαι ταπί
chapa 1. α θ, οικ, μτφ, μπάτσος, επειδή έχει σήμα> καπάκι
chapas 1. θ πλ, παιχνίδι με 2 νομίσματα, κερδίζει όποιος φέρει 2 ίδιες όψεις,
κορώνα γράμματα
2. παιδικό παιχνίδι με καπάκια από μπουκάλια
chapar πρχ καπαρώνω και τις ιδιότητες του
1. ρμ, καπαρώνω με μέταλλο, ξύλο, επιμεταλλώνω, επικαλύπτω, επενδύω,
chaparon el mueble con roble, επένδυσαν το έπιπλο με δρύινο καπλαμά
2. οικ, μτφ, καπαρώνω λεκτικά κάποιον, πετάω, ρίχνω λόγια, λέω στα μούτρα,
Le chapó un no como una casa, του πέταξε ενα όχι τεράστιο
3. μτφ, κλείνω κάποιον σε χώρο, lo chaparon en una celda, τον έκλεισαν σε ένα κελί
4. οικ, μτφ, κλείνω κατάστημα, chapó la tienda a las 3, έκλεισε το μαγαζί στις 3
5. ρα, μτφ, καπαρώνομαι σε δουλειά, μελέτη, δουλεύω, μελετώ,
μαθαίνω απ’ έξω, παπαγαλίζω, απομνημονεύω, καπαρώνω γνώση,
se pasó la noche chapando en la oficina, ξενύχτησε στο γραφείο δουλεύοντας
Me he pasado todo el mes chapando para este examen,
έχω περάσει όλο τον μήνα μελετώντας για αυτό το τεστ
chapado, da 1. ε, επιστρωμένος, -η, -o, επιμεταλλωμένος, -η, -o,
reloj chapado en oro, επιχρυσωμένο ρολόι
un mueble chapado en roble, έπιπλο επενδυμένο από δρύινο καπλαμά
2. οικ, μτφ, για μαγαζί, κλειστός, -ή, -ó, la tienda está chapada,
το κατάστημα είναι κλειστό
3. εκφ, ser, estar chapado a la antigua, είμαι καπαρωμένος στα παλιά=
είμαι παλαιών αρχών, της παλιάς σχολής, es una mujer muy chapada a la antigua,
είναι μια γυναίκα της παλιάς σχολής, παλαιών αρχών
chapado 1. α, επικάλυψη μετάλλου, επίστρωση, επιμετάλλωση
2. επένδυση ξύλου, επικάλυψη, καπλαμάς
chapista 1. α θ, επιμεταλλωτής, ελασματουργός, λαμαρινάς
chapistería 1. θ, ελασματουργείο
2. επιμετάλλωση, ελασματοποίηση σαν πράξη
contrachapar, contrachapear 1. ρμ, κατασκευάζω κοντραπλακέ
contrachapado, contrachapeado 1. α, κοντραπλακέ ξύλου, αντεπικολλητό ξύλο
contrachapado, da, contrachapeado, da 1. ε, πρχ κοντρα-καπάρο=
αντιεπικολλητός, -ή, -ó, από κοντραπλακέ
enchapado 1. α, πρχ εν-καπαρομένο= επικάλυψη με καπλαμά
chapeado, da 1. ε, επιστρωμένος, -η, -o, επενδεδυμένος, -η, -o, με μέταλλο, ξύλο
chapeado 1. α, επικάλυψη μετάλλου, επίστρωση, επιμετάλλωση
2. επένδυση ξύλου
chapear 1. ρμ, επιμεταλλώνω, επικαλύπτω, επενδύω με ξύλο
2. ρα, για κλειδαριά, herradura, κροταλίζω, σαν να παίζει το καπάκι
chapería 1. θ, καπλαμάς
chapera 1. α, οικ, μτφ, ομοφυλόφιλος με πληρωμή, σαν καπάρωμα σεξουαλικό
chapeta 1. θ, μτφ, κοκκίνισμα στο πρόσωπο, σαν καπάκι
chapetón, ona 1. ε, α θ, πρχ τσαπάρας= άπειρος, -η, -o, πρωτάρης, -α