CHAPARRA

CHAPARRA= ΠΡΧ ΤΑΠΑΡΑ> ΚΟΝΤΟΧΟΝΤΡΟΣ, ΠΡΧ ΤΣΑ-ΠΑΡΑ> ΠΟΥ-ΡΝΑΡΙ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chaparra 1. θ, βοτ, δρυς, βελανιδιά

2. βοτ, πουρνάρι

chaparral 1. α, βοτ, πουρναρόδασος

chaparro 1. α, βοτ, πουρνάρι

achaparrarse 1. ραντ, για δέντρο, γίνομαι σαν πουρνάρι στο σχήμα

2. μτφ, για άτομο, ζώο, μτφ, γίνομαι σαν ταπάρα στο σχήμα, κοντο-χοντρύνω

achaparrado, da 1. ε, για θάμνο, σαν πουρνάρι, κοντός και φαρδύς, -ιά, -ύ

2. μτφ, για άτομο, κοντόχοντρος, -η, -ο

chaparro, rra 1. ε, μτφ, για άτομο, κοντόχοντρος, -η, -o, era un poco chaparro,

ήταν λίγο κοντόχοντρος

Scroll to Top