CHANZA

CHANZA= ΗΧΜ ΤΣΑ-ΤΣΑ ΓΕΛΙΟΥ> ΑΣΤΕΙΟ, ΠΛΑΚΑ, ΠΡΧ ΚΟΥΤΣΟΥΛΙΑ> ΚΟΜΠΙΝΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chanza 1. θ, λόγος αστείος, πλάκα, αστείο,

Incluso los profesores disfrutan las chanzas de Mario en clase,

Ακόμα και οι δάσκαλοι απολαμβάνουν τα αστεία του Μάριου στην τάξη

lo dijo en tono de chanza, το είπε σε τόνο αστείο

chanzoneta 1. θ, οικ, αστείο, πλάκα

chancear 1. ρα, αστειεύομαι, κάνω αστεία

2. chancearse de, πρχ τσι-τσι-ρίζω= κοροϊδεύω, πειράζω κάποιον

chanchullar 1. ρα, πρχ κάνω κουτσουλιά= κάνω κομπίνες, λαμογιές

chanchulleo 1. α, κουτσουλιά= κομπίνα, λαμογιά

chanchullero, ra 1. ε, α θ, κομπιναδόρικος, -η, -o, κομπιναδόρος

chanchullo 1. α, οικ, κομπίνα, hicieron un chanchullo para cobrar la pensión,

έκαναν μια κομπίνα για να εισπράξουν την σύνταξη

2. εκφ, andar en chanchullos, βαδίζω σε κουτσουλιές= είμαι μπλεγμένος σε κομπίνες

Scroll to Top