CAUTO

CAUTO= ΚΑΟΥΤΟ> ΓΑΤΟΣ, ΚΑΛΥΠΤΩ, ΚΟΠΤΩ, ΠΡΧ Σ-ΚΕΠΤΟ-ΜΑΙ,

ΠΡΧ ΚΟΤΕΤΣΙ, ΚΟΤΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cauto, ta πρχ γάτος στο μυαλό, πρχ σ-κεπτο-μενος, πρχ κα(λύ)πτο-μενος απο παντού

1. ε, προσεκτικός, -ή, -ό, επιφυλακτικός, -ή, -ό, sé cauto, no te dejes engañar,

γίνε προσεκτικός, μην αφήνεις να σε εξαπατήσουν

El actor es muy cauto sobre su vida privada,

Ο ηθοποιός είναι πολύ προσεκτικός με την προσωπική του ζωή

El accidente de moto sucedió porque no fuiste cauto,

Το ατύχημα με τη μοτοσικλέτα έγινε γιατί δεν ήσουν προσεκτικός

Sé cauto cuando camines por el bosque. Hay osos,

Να ‘σαι προσεκτικός όταν περπατάς στο δάσος. Υπάρχουν αρκούδες

cauteloso, sa 1. ε, συνετός, -ή, -ó, φρόνιμος, -η, -ο, προσεκτικός, -ή, -ό, νουνεχής, -ής, -ές, Más vale ser cauteloso al hablar de temas tan delicados,

Είναι καλύτερα να είσαι προσεκτικός όταν μιλάς για τόσο ευαίσθητα θέματα

cautamente 1. επρ, πρχ σ-κεπτό-μενα= προσεκτικά, συνετά, φρόνιμα,

obrar cautamente, ενεργώ συνετά

cautela πρχ ενεργώ σαν γατ-ούλα

1. θ, προσοχή όταν κάνω κάτι, προφύλαξη, σύνεση, νουνέχεια,

entró en la habitación con mucha cautela, μπήκε στο δωμάτιο με πολύ προσοχή

cautelar πρχ καουτελαρ> καλυπτικός ή σαν γατούλης ή με σ-κεπτικό απο πριν

1. ε, για μέτρα, προληπτικός, -ή, -ó, προφυλακτικός, -ή, -ό, προστατευτικός, -ή, -ό,

El cierre de las escuelas antes de la nevada fue una decisión de carácter cautelar,

Το κλείσιμο των σχολείων πριν από τη χιονόπτωση ήταν απόφαση προληπτικού χαρακτήρα,

se recomienda a la población tomar medidas cautelares ante las próximas tormentas,

συστήνεται στον κόσμο να πάρει μέτρα προληπτικά προ των επόμενων καταιγίδων

2. νομ, για φυλάκιση, κράτηση, προστατευτικός, -ή, -ό, acción cautelar,

δράση προστατευτική

cautelar πρχ καλύπτομαι απο κινδύνους ή σ-κεπτόμενος ενεργώ ή ενεργώ σαν γάτος

1. ρμ, για άτομο, νομ, επιτηρώ, εποπτεύω, προφυλακίζω κάποιον

2. προλαμβάνω κίνδυνο, La norma busca cautelar el aumento en los costos de la energía

Ο κανονισμός επιδιώκει να προλάβει την αύξηση του ενεργειακού κόστους

3. ραντ, cautelarse de, προφυλάσσομαι απο, se cauteló de la infección con una vacuna,

προφυλάχθηκε απο την μόλυνση με ένα εμβόλιο

precautelar 1. ρμ, πρχ προκαλύπτομαι, λαμβάνω προληπτικά μέτρα

cautelosamente 1. επρ, προσεκτικά, συνετά, φρόνιμα, νουνεχώς,

hay que actuar cautelosamente, πρέπει να ενεργούμε προσεκτικά

incautarse 1. ραντ, πρχ εν-καλύπτω ή εν-κάπτω κάτι= κατάσχω,

la policía se incautó de un cargamento de armas,

η αστυνομία κατάσχεσε ένα φορτίο με όπλα

2. ιδιοποιούμαι, εν-καλύπτω κάτι ξένο, se incautó de los fondos de la caja,

ιδιοποιήθηκε τα χρήματα του ταμείου

incauto, ta 1. ε, α θ, πρχ α-σκέπτος= για άτομο, απερίσκεπτος, -η, -o, απρόσεκτος, -η, -o

¡incauto, mire antes de cruzar! απερίσκεπτε, να κοίτας πριν να περάσεις!

2. αφελής, -ής, -ές στο μυαλό, te han vuelto a engañar por incauto,

πάλι σε εξαπάτησαν σαν αφελή

incautación 1. θ, κατάσχεση

2. σνθ, incautación preventiva, νομ, προληπτική κατάσχεση

incautado, da 1. ε, κατασχεθείς, -είσα, -έν

incautamente επρ, πρχ α-σκεπτα= απερίσκεπτα

caución πρχ κα-ουσιον> κάλυψη ή εγγύηση

1. θ, εγγύηση

2. προφύλαξη

3. νομ, εγγύηση

4. σνθ, caución de conducta, ηθική εγγύηση

caución de indemnidad, νομ, εγγύηση αποζημίωσης

caución juratoria, νομ, ένορκη εγγύηση

caucionar 1. ρμ, νομ, πρχ καουσιοναρ> να καλύψω= εγγυώμαι, δίνω εγγύηση

precaución 1. θ, πρχ προ-κάλυψη= προφύλαξη, πρόνοια, μέτρα,

La escuela no tomó las precauciones necesarias para prevenir el incendio,

Το σχολείο δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέψει την πυρκαγιά

2. προσοχή, Por favor, ten precaución con el jarrón de vidrio,

Σε παρακαλώ, έχε προσοχή με το γυάλινο βάζο

precaucionarse 1. ραντ, προφυλάσσομαι, λαμβάνω προφυλάξεις για κάτι,

se precaucionó contra las infecciones, προφυλάχτηκε κατά των λοιμώξεων

precautorio, ria 1. ε, πρχ προ-καλυπτήριος= προφυλακτικός, -ή, -ó, προληπτικός, -ή, -ó,

esta medida es meramente precautoria, αυτό το μέτρο είναι απλώς προληπτικό

precaver 1. ρμ, πρχ προ-καλύβω ή προ-εκ-βαίνω > παίρνω μέτρα, προφυλάσσω =

προλαμβάνω κίνδυνο, mi madre me precavió de riesgo de las malas compañias,

η μητέρα μου με προφύλαξε απο τον κίνδυνο των άσχημων παρεών

2. ραντ, προκαλύβομαι> παίρνω μέτρα προφύλαξης, precaverse de un peligro,

προφυλάσσομαι από έναν κίνδυνο

precavidamente 1. επρ, προληπτικά, προνοητικά

precavido, da 1. ε, πρχ πρε-καβιδο> προ-σκέπτος ή προ-καλυβωτος= προνοητικός, -ή, -ó,

como era precavidο llevaba paraguas y no se mojó,

επειδή ήταν προνοητικός είχε ομπρέλα και δεν βράχηκε

coto πρχ κοτο> καλύπτω ή κόπτω> βάζω όρια σε κάτι, πρχ κοτέ-τσι ή έκτα-ση ιδιωτική

1. α, περίφρακτος χώρος, περιφραγμένη έκταση,

Dan solicitó el permiso para pescar en un coto privado,

Ο Νταν ζήτησε την άδεια για να ψαρέψει σε ένα ιδιωτικό χώρο

2. οροθετικός λίθος, οριοδείκτης, επειδή κόπτει τα όρια

3. μτφ, όριο σε κάτι, ha puesto coto a todas sus pretensiones,

έχει θέσει κόπτω> όριο σε όλες τις προθέσεις του

4. μτφ, πρχ κόστος= τιμή

5. ζωλ, κυπρίνος

6. σνθ, coto cerrado, μτφ, κοτέτσι κλειστό= αποκλειστική ιδιοκτησία, προνόμιο

la educación ha dejado de ser el coto cerrado de una élite,

η εκπαίδευση εχει παύσει να είναι το προνόμιο, κοτέτσι μιας ελίτ

coto de caza, κυνηγό-τοπος

coto de pesca, ψαρό-τοπος

coto privado, περίοπτη θέση σε πινακίδα

coto vedado, κοτέτσι με βέτο= καταφύγιο κυνηγετικών θηραμάτων

7. εκφ, poner coto a algo, μτφ, βάζω τέρμα σε κάτι, εμποδίζω κάτι,

hay que poner coto a estos abusos, πρέπει να βάλουμε τέρμα σε αυτές τις καταχρήσεις

acotar πρχ κόπτω έδαφος, πρχ φρ-ακτώ, πρχ κοτετσίζω= φράζω χώρο

1. ρμ, κόπτω έδαφος= οριοθετώ, περιφράσσω, acotar una finca, οριοθετώ ενα κτήμα

Los agricultores acotaron el área donde querían cultivar papas,

Οι αγρότες οριοθέτησαν την περιοχή όπου ήθελαν να καλλιεργήσουν πατάτες

2. μτφ, σημειώνω στο περιθώριο σε κείμενο, el editor se encargó de acotar el texto,

ο εκδότης ανέλαβε το να σημειώσει το κείμενο

3. βάζω διαστάσεις σε τοπογραφία

4. μτφ, περιορίζω, οριοθετώ, debes acotar el tema de la tesis,

πρέπει να περιορίσεις το θέμα της εργασίας σου

5. αγρ, κλαδεύω την κορυφή, acotaron los robles del parque,

κλάδεψαν τις βελανιδιές του πάρκου

acotación 1. θ, οριοθέτηση εδάφους

2. σημείωση στο περιθώριο σελίδας, σχόλιο

3. υψόμετρο τοπογραφίας

4. θτρ, εξήγηση απο τον δημιουργό επιπλέον του σεναρίου, διδασκαλία,

σαν σημείωση κειμένου εξτρά

acotamiento 1. α, οριοθέτηση σε έδαφος

2. σημείωση κειμένου

3. διάσταση σε τοπογραφία

4. μτφ, οριοθέτηση, περιορισμός για θέμα, αρμοδιότητες

acotada 1. θ, καλλιεργήσιμη έκταση

acotado, da 1. ε, για έδαφος, οριοθετημένος, -η, -o

desacotar 1. ρμ, αντικόπτω> αίρω απαγόρευση κυνηγιού σε ιδιωτικό έδαφος,

desacotó la heredad sólo en parte, έκανε άρση απαγόρευσης στο κτήμα μόνο εν μέρει

2. διακόπτω, αποκόπτω, αφήνω κατα μέρος, παραμερίζω, desacotó los planes familiares,

διέκοψε τα οικογενειακά σχέδια

3. απορρίπτω, desacotó su intervención en el conflicto,

απέρριψε την παρέμβαση του στην σύγκρουση

desacoto 1. α, μτφ, άρση απαγορεύσεως για κυνήγι

2. μτφ, διακοπή, αποκοπή σε κάτι

3. απόρριψη

cueto 1. α, πρχ κουετο> κοντό ή κοφτό βουνό= λόφος

vericueto 1. α, πρχ περι-κοπτο δρομάκι= δύσβατο μονοπάτι

vericuetos 1. α πλ, ατραποί, los vericuetos de la diplomacia, οι ατραποί της διπλωματίας

cotorra πρχ κοτούλα

1. θ, πτηνό κίσσα, καρακάξα, παπαγάλος, Las cotorras son aves que pueden repetir palabras

Οι παπαγάλοι είναι πουλιά που μπορούν να επαναλάβουν λέξεις

2. οικ, πρχ σα κότα= πολυλογάς, -ού, φλύαρος, -η, Daniel dice que su suegra es una cotorra,

Ο Ντάνιελ λέει ότι η πεθερά του είναι μια πολυλογού

3. εκφ, hablar como una cotorra, μτφ, οικ, μιλάω σα κότα= είμαι πολυλογάς, παρλαπίπας

cotorrear 1. ρα, οικ, μτφ, πρχ κοτουλίζω= πολυλογώ, φλυαρώ, σαν κότα

cotorreo 1. α, οικ, μτφ, φλυαρία, πολυλογία

cotarro 1. α, μτφ, υτμ, σαν σε κοτέτσι= συγκέντρωση ατόμων, μάζεμα, όχλος, τσούρμο

se formó un cotarro con sus declaraciones,

σχηματίστηκε ενα τσούρμο, όχλος με τις δηλώσεις του

2. για σύνολο ατόμων με κοινή σκέψη, συνάφι, el cotarro político está alborotado,

το πολιτικό συνάφι είναι ταραγμένο

3. κατάσταση με αναταραχή, φασαρία, αναστάτωση, σαν σε κοτέτσι,

se mete en todos los cotarros, μπλέκεται σε όλες τις φασαρίες.

4. μτφ, κοτέτσι σαν κατάσταση, Quienes manejan realmente el cotarro son los bancos,

αυτοί οι οποίοι ελέγχουν πραγματικά την κατάσταση είναι οι τράπεζες

5. εκφ, alborotar el cotarro, ξεσηκώνω τα πλήθη, κάνω την παρέα άνω κάτω

animar el cotarro, διασκεδάζω το πλήθος

dirigir, manejar el cotarro κάνω κουμάντο, κινώ τα νήματα.

de cotarro en cotarro, πάω απο παρέα σε παρέα για πλάκα

cotilla 1. ε, οικ, μτφ, πρχ κοτούλα= κουτσομπολίστικος, -η, -ο, κουτσομπόλικος, -η, -o,

Si hay algo que me pone de los nervios, son los vecinos cotillas,

Αν υπάρχει κάτι που με νευριάζει, είναι οι κουτσομπόλικοι γείτονες

2. α θ, κουτσομπόλης, -α, eres un cotilla, είσαι κουτσομπόλα

no seas tan cotilla, μην είσαι τόσο κουτσομπόλης

cotillear 1. ρα, οικ, μτφ, πρχ κοτιλεαρ> κοτο-λαλώ ή κουτσομπολώ= κουτσομπολεύω

Las viejas amigas se pasaron la tarde cotilleando sobre sus antiguos compañeros de clase,

Οι παλιές φίλες πέρασαν το απόγευμα κουτσομπολεύοντας τους παλιούς συμμαθητές τους

2. μτφ, πρχ κουτσοβολώ ή σα κότα= ψάχνω σε ξένα πράγματα ή σε υποθέσεις, ψαχουλεύω, no me gusta que cotillees en mis armarios,

δεν μου αρέσει να ψαχουλεύεις στα ντουλάπια μου

cotilleo 1. α, κουτσομπολιό, κουσκούς,

no soporto los programas que se dedican a los cotilleos,

δεν αντέχω τις εκπομπές που αφιερώνονται στα κουτσομπολιά

2. ψάξιμο, ψαχούλεμα σε πράγματα ή υποθέσεις ξένες

show 1. α, πρχ σόου, θέαμα, παράσταση

2. σνθ, show Business, σοουμπίζνες, σόου μπίζνες, κόσμος του θεάματος.

3. εκφ, montar un show, οικ, κάνω σκηνή, γίνομαι θέαμα,

showgirl 1. θ, σόουγκερλ

showman 1. α, σόουμαν

Scroll to Top