CAUSA

CAUSA= ΠΡΧ ΚΑΟΥΣΑ> ΚΙΝΗΣΗ> ΑΙΤΙΑ, ΠΡΧ ΚΡΟΥΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

causa

1. θ, αιτία, El comportamiento del profesor fue causa de despido,

Η συμπεριφορά του δασκάλου ήταν αιτία απόλυσης

2. αίτιο, λόγος που προκαλείται κάτι, las causas del accidente, τα αίτια του ατυχήματος

3. σκοπός, causa humanitaria, ανθρωπιστικός σκοπός

4. νομ, αιτία διαμάχης= υπόθεση, δίκη, la causa se resolvió a favor de mí

η δίκη έληξε υπέρ μου

5. σνθ, causa agente, ποιητικό αίτιο

6. εκφ, a, por causa de, εξαιτίας, λόγω του, se suspendió el partido a causa de la lluvia, αναβλήθηκε το παιχνίδι λόγω της βροχής

fuera de causa, νομ, o μη έχων σχέση με την υπόθεση, με το επίδικο ζήτημα

hacer causa común con alguien, ενεργώ από κοινού με κάποιον

instruir una causa, νομ, εκδικάζω μια υπόθεση

luchar por una buena causa, μάχομαι για καλό σκοπό

morir por la causa, πεθαίνω για ένα σκοπό

pequeñas causas, grandes efectos, μικρές αιτίες, μεγάλα αποτελέσματα

por causa mayor, λόγω αιτίου= ανωτέρας βίας

por causas ajenas a algo, a alguien, για λόγους άσχετους με κάτι, κάποιον

por causas ajenas a mi, tu, su voluntad, για λόγους άσχετους με τη θέλησή μου, σου, του

por mi, tu, su causa, εξαιτίας μου, σου, του

causa habiente 1. α, νομ, ο έχων αιτία= λόγο σε κάτι, δικαιοδόχος, έλκων δικαίωμα

concausa 1. θ, συναίτιο

causal 1. ε, αιτιώδης, -ης, -ες

2. γρμ, αιτιολογικός, -ή, -ó

3. θ, γρμ, αιτιολογική πρόταση

causalidad 1. θ, αιτιότητα, principio de causalidad, αρχή της αιτιότητας

causante 1. ε, υπαίτιος, -α, -o, el virus causante de la enfermedad,

o ιός υπαίτιος της ασθένειας

2. α θ, αυτός που είναι αίτιο για κάτι= υπεύθυνος, -η, υπαίτιος, -α,

¿quién fue el causante del accidente? ποιος ήταν ο υπαίτιος του ατυχήματος;

3. νομ, υπαίτιος, -ια, αυτός, -ή που προξενεί, ζημιώνει

causar πρχ να κινήσω> είμαι το αίτιο για να γίνει κάτι

1. ρμ, προκαλώ, προξενώ κάτι, σαν αίτιο, la guerra causó decenas de muertos,

o πόλεμος προξένησε δεκάδες νεκρών

la pobreza le causa muchos problemas, η φτώχεια τού προξενεί πολλά προβλήματα

2. προκαλώ, κάνω, causar una buena, mala impresión, κάνω καλή, κακή εντύπωση

causativo, va 1. ε, γρμ, αιτιατικός, -ή, -ó

acusar πρχ να κινήσω ή να κρούσω> λέω ή ρίχνω εναντίον σε κάποιον κάτι,

1. ρμ, κατηγορώ κάποιον για παρανομία, αδίκημα νομικό, acusó a su hermano de robo,

κατηγόρησε το αδερφό του για κλοπή

2. κατηγορώ κάποιον για κάτι, me acusó de todos sus fracasos,

με κατηγόρησε για όλες τις αποτυχίες του

3. καταγγέλλω κάποιον, su hermano lo acusó, o αδερφός του τον κατήγγειλε

4. στα χαρτιά, ανακοινώνω στους παίκτες ότι έχω ορισμένα χαρτιά με τα οποία κερδίζω κάποια άλλα, σαν να δείχνω την αιτία της νίκης μου

5. μτφ, πρχ να κρούσω κίνδυνο= εμφανίζω, εκδηλώνω με ένα σύμπτωμα,

sus ojos acusan el cansancio, τα μάτια του εκδηλώνουν την κούραση

6. οικ, μτφ, πρχ να κρούσω> καρφώσω, acusa a sus compañeros,

καρφώνει τους συντρόφους του

7. ραντ, αλληλο-κατηγορούμαι, acusarse mutuamente, αλληλοκατηγορούνται

8. acusarse de, αλληλοκατηγορούμαι για, se acusaron de la derrota,

κατηγόρησαν o ένας τον άλλον για την ήττα

acusación 1. θ, κατηγορία για αδίκημα, παρανομία

negó las acusaciones ante el juez, αρνήθηκε τις κατηγορίες ενώπιον του δικαστή

2. νομ, κατήγορος, εισαγγελέας, la acusación pide 5 años de cárcel,

o εισαγγελέας ζητάει 5 χρόνια φυλάκιση

contraacusación 1. θ, κοντρα> αντικατηγορία

acusado, da πρχ που κάνει κρούση> που δηλώνει το αίτιο πολύ, κατηγορηματικό

1. ε, για κάτι που φαίνεται πολύ, έντονος, -η, -o, αισθητός, -ή, -ó

respondió con acusada acritud, απάντησε με έντονη οξύτητα

2. acusado de, κατηγορούμενος, -ή, -ό για, una hombre acusado de asesinato,

ένας άντρας κατηγορούμενος για δολοφονία

3. α θ, κατηγορούμενος, -η

acusador, ra 1. ε, α θ, νομ, σχετικός, -ή, -ó με κατήγορο, κατήγορος

acusatorio, ria 1. ε, νομ, κατηγορητικός, -ή, -ó

acusadamente 1. επρ, με αίτιο που φαίνεται= έντονα, αισθητά

coacusado, da 1. ε, α θ, συγκατηγορούμενος, -η, -o

acusativo, va 1. ε, γρμ, που είναι στην αιτιατική ή χρησιμοποιεί την αιτιατική πτώση

acusativo 1. α, γρμ, αιτιατική πτώση

acuse 1. α, στα χαρτιά, δήλωση

2. σνθ, acuse de recibo, απόδειξη παραλαβής, επιβεβαίωση λήψης

acusica 1. ε, α θ, μαρτυριάρης, -α, -ικο, καρφί, καταδότης, -ια

acusón, ona 1. ε, α θ, μαρτυριάρης, -α, -ικο, καρφί, καταδότης, -ια

encausar 1. ρμ, νομ, να εν-κινήσω, εν-κρούσω= ενάγω, διώκω ποινικώς

encausado, da 1. α θ, νομ, κατηγορούμενος, -η

encausamiento 1. α, νομ, ποινική δίωξη

excusar πρχ εξω-κινήσω ή εξω-κρούσω την αιτία= αφαιρώ την αιτία

1. ρμ, δικαιολογώ, Laura excusó el comportamiento de su hermano,

Η Λάουρα δικαιολόγησε τη συμπεριφορά του αδερφού της

2. να απο-κρούσω απο υποχρέωση= απαλλάσσω από κάτι κάποιον, la excusaron de venir,

την απάλλαξαν από την υποχρέωση να έρθει

Excusas venir, que ya no haces falta, Απαλλάσσεσαι να έρθεις, διότι πλέον δεν χρειάζεσαι

3. στρ, απαλλάσσω, lo excusaron del servicio militar, τον απάλλαξαν από το στρατό

4. πρχ να απο-κρούσω κάτι> αποφεύγω, Con mi novio hablo de todo, pero excuso hablar de relaciones anteriores, Με τον φίλο μου μιλάω για τα πάντα, αλλά αποφεύγω να μιλήσω για προηγούμενες σχέσεις

5. να αποκρούσω κάτι= με συγχωρείς, excusa un momento, με συγχωρείς μια στιγμή

6. ραντ, ζητώ συγγνώμη, απολογούμαι, se excusó por sus actos,

ζήτησε συγγνώμη τις πράξεις του

excusa 1. θ, δικαιολογία, συγγνώμη, ¡nada de excusas! άσε τις δικαιολογίες!

no hay excusas que valgan, δεν χωρούν δικαιολογίες

2. εκφ, aceptar las excusas de alguien, δέχομαι τη συγγνώμη κάποιου

buscar una excusa, ψάχνω για δικαιολογία

dar excusas a alguien, ζητώ συγγνώμη, απολογούμαι σε κάποιον, δικαιολογώ κάποιον deshacerse en excusas, ζητώ χίλια συγγνώμη

no tener excusa, δεν έχω δικαιολογία, esa actitud no tiene excusa,

αυτή αυτή η στάση δεν έχει συγγνώμη, είναι αδικαιολόγητη

servir de excusa, χρησιμεύω ως δικαιολογία

excusable 1. ε, που δέχεται κρούση= δικαιολογήσιμος, -η, -ο, συγχωρητέος, -η, -ο

inexcusable 1. ε, αδικαιολόγητος, -η, -o, ασυγχώρητος, -η, -o

2. για αίτιο που πρέπει να γίνει, αναπόφευκτος, -η, -o

obligación inexcusable, υποχρέωση αναπόφευκτη, που δεν χωρά απαλλαγή

excusado, da 1. ε, εκτός κρούσης= περιττός, -ή, -ó, excusado es decirlo, περιττό να το πούμε

2. μτφ, κρυφός, -ή, -ό, μυστικός, -ή, -ό, puerta excusada, μυστική πόρτα

3. απαλλαγμένος, -η, -ο απο το να πληρώνει φόρους

4. εκφ, estar excusado por algo, είμαι απαλλαγμένος από κάτι

excusado 1. α, πρχ εξω-κινήσω= αποχωρητήριο, μέρος, τουαλέτα

ir al excusado, πηγαίνω στο μέρος

excusión 1. θ, νομ, ένσταση διζήσεως

recusar 1. ρμ, νομ πρχ παρα-κρούσω ή παρα-κινήσω= εξαιρώ, ζητώ την εξαίρεση

recusación 1. θ, νομ, εξαίρεση

recusable 1. ε, νομ, εξαιρετέος, -α, -o

irrecusable 1. ε, αδιάσειστος, -η, -ο, prueba irrecusable, απόδειξη αδιάσειστη

cosa πρχ κοσα> κίνηση> αυτό που κινείται γενικά= πράγμα

1. θ, πράγμα, ό, τι υπάρχει, πραγματικό ή μη, αφηρημένο, συγκεκριμένο,

¿de cuántas cosas quieres que hablemos? για πόσα πράγματα θέλεις να μιλήσουμε;

2. μτφ, πράγμα, αυτό που λέγεται, σκέπτεται, γίνεται

tengo muchas cosas que hacer, έχω πολλά πράγματα να κάνω

3. σε προτάσεις αρνητικές, σημαίνει τίποτα, no hay ninguna cosa que yo pueda hacer,

δεν υπάρχει κανένα πράγμα= τίποτα που εγώ να μπορέσω να κάνω

4, θ πλ, πρχ κόσα> εργαλείο κοπτικό= σημαίνει εργαλεία για κάτι

cosas de la limpieza, εργαλεία για καθαριότητα

5. πράξεις, λόγια κάποιου, ‘’δουλειές’’

esas son cosas de Juan, αυτές είναι δουλειές του Χουάν

6. πράγματα που ανήκουν σε κάποιον

tengo tus cosas en el coche, έχω τα πράγματά σου στο αμάξι

7. συμβάντα, γεγονότα που επηρεάζουν την ζωή μας,

no les van bien las cosas, δεν τους πάνε καλά τα πράγματα

8. ιδέες, ¡qué cosas tienes! έχεις κάτι ιδέες!

9. εκφ, alguna otra cosa, κάποιο άλλο πράγμα= κάτι άλλο, ¿queréis alguna otra cosa?

θέλετε κάτι άλλο;

a otra cosa, mariposa, οικ, για άλλο πράγμα, στην πεταλούδα= ας αλλάξουμε θέμα

cada cosa a su tiempo, κάθε πράγμα στον καιρό του

cada cosa en su tiempo, y los nabos en adviento, πρμ,

κάθε πράγμα στον καιρό του, κι ο κολιός τον Αύγουστο

(como) cosa de> πράγμα, ζήτημα των= γύρω, περίπου, será cosa de 10 minutos

θα είναι ζήτημα των= γύρω στα δέκα λεπτά

avanzaron cosa de 5 kilómetros, προχώρησαν περίπου 5 χιλιόμετρα

como quien no quiere la cosa, όπως σαν κάποιος να μην θέλει κάτι= κάνοντας τον αδιάφορο για κάτι, τάχα (μου), ή χωρίς τη θέληση του

como si tal cosa, οικ, σαν να μην τρέχει τίποτα

cosa mala, οικ, πράγμα άσχημο= για ένταση πολύ, τρομερά

me gusta cosa mala, μου αρέσει τρομερά

cosas así, και διάφορα τέτοια> πράγματα, venden camisas, pañuelos y cosas asi,

πουλάνε μπλούζες, φουλάρια και διάφορα τέτοια

dar cosa, οικ, κάτι μου δίνει ντροπή (πράγμα αρνητικό), δεν νιώθω άνετα, ντρέπομαι

me da cosa hablar en público, ντρέπομαι να μιλήσω δημόσια

ή προκαλεί ανατριχίλα, tocar a un muerto me da cosa,

το να πιάσω ένα νεκρό με ανατριχιάζει

decirle cuatro cosas a alguien, λέω δυο λογάκια(πράγματα) σε κάποιον

de una cosa a otra, από το ένα θέμα στο άλλο, πες το ένα πες το άλλο

entre otras cosas, μεταξύ άλλων

entre unas cosas y otras, με τούτα και με ’κείνα

ésa es la cosa, αυτό είναι το θέμα, το πρόβλημα

la cosa no es para menos, το πράγμα δεν είναι για λιγότερο= και με το δίκιο μου

está muy enfadada, y la cosa no es para menos, le han despedido sin razón

είναι πολύ θυμωμένη, με το δίκιο της, την απόλυσαν χωρίς λόγο

las cosas claras y el chocolate espeso, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους

las cosas como son, να πούμε τα πράγματα με τ’όνομά τους

llamar a las cosas por su nombre, λέω τα πράγματα με το όνομά τους

¡ni cosa que valga! είναι αδικαιολόγητο!, δεν υπάρχει δικαιολογία!

no es cosa de ayer, δεν είναι πράγμα του χτές= δεν είναι νέο αυτό

no es cosa del otro mundo, δεν είναι πράγμα άλλου κόσμου> τίποτα τρομερό να γίνει

no hay tal cosa, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα

nο sea cosa que, μην γίνει το πράγμα έτσι που= μην τυχόν, μην τύχει

no ser cosa que, de μην γίνει το πράγμα έτσι που= μην τυχόν, μην τύχει

llama antes, no sea cosa que no estén τηλεφώνησε πρώτα, μην τυχόν δεν είναι

no ser gran cosa, δεν είναι τίποτα σπουδαίο, σιγά το πράγμα

o cosa así, ή κάτι τέτοιο tiene 4 tiendas o cosa asi, έχει 4 μαγαζιά ή κάτι τέτοιο

poquita cosa, οικ, μικρό πράγμα= για άτομο, ασήμαντος

ή για πράγμα, ψιλοπράγμα, τίποτα το ιδιαίτερο

hemos comprado un coche, muy poquita cosa, αγοράσαμε ένα αμάξι, τίποτα το ιδιαίτερο por una cosa o por otra, για τον ένα ή τον άλλο λόγο

¡qué cosa! τι πράγμα!, τι παράξενο!

ser cosa fina, οικ, είναι το κάτι άλλο!

ser cosa mía, tuya, suya, είναι πράγμα= υπόθεση δική μου, σου, του

ser otra cosa, τώρα αλλάζει το πράγμα

ser poca cosa, είναι ασήμαντο πράγμα

ser una cosa mala, οικ, este niño es una cosa mala αυτό το παιδί είναι διάολος

una cosa, για να δώσω έμφαση= και κάτι ακόμα, una cosa, ¿podrías trabajar mañana?

και κάτι ακόμα, θα μπορούσες να δουλέψεις αύριο;

las cosas de palacio van despacio, πρμ, τα πράγματα στο παλάτι πάνε αργά=

το καλό το πράγμα αργεί να γίνει

¡lo que son las cosas! τι σου είναι η ζωή!

cosificar 1. ρμ, λογ, μετατρέπω κάτι αφηρημένο σε πράγμα= υλοποιώ, αντικειμενοποιώ

2. θεωρώ κάποιον σαν πράγμα, αντικειμενοποιώ, El cuerpo de las mujeres ha sido cosificado y mercantilizado en el marco de las relaciones capitalistas,

Τα γυναικεία σώματα έχουν αντικειμενοποιηθεί και εμπορευματοποιηθεί στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων

cosificación 1. θ, υλοποίηση, αντικειμενοποίηση

quisicosa 1. θ, πρχ τι-πράγμα> qué-cosa = γρίφος, σπαζοκεφαλιά

cosicosa 1. θ, σπαζοκεφαλιά, γρίφος, αίνιγμα

Scroll to Top