CAVAR= ΠΡΧ ΚΑΒΑ, ΜΤΦ ΣΠΗΛΙΑ, ΠΡΧ Σ-ΚΑΒΩ> ΚΟΙΛΟΤΗΤΑ ΓΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cava 1. θ, κάβα= οιναποθήκη, κελάρι, Bajo el castillo hay un laberinto de cavas subterráneas donde se guarda el vino, Κάτω από το κάστρο υπάρχει ένας λαβύρινθος από υπόγεια κελάρια όπου αποθηκεύεται το κρασί
2. ανα, κοίλη φλέβα, El paciente tuvo una hemorragia por una herida en la cava,
Ο ασθενής είχε αιμορραγία από τραύμα στην κοίλη κοιλότητα
3. αγρ, σκάψιμο με τσάπα
4. τάφρος
5. α, αφρώδης καμπανίτης οίνος, σαμπάνια
cavador, ra 1. α, σκαφέας, σκαπανέας, σκαφτιάς
cavadura 1. θ, κατ, τάφρος, σαν σκάμμα
2. αγρ, τσάπισμα, σκάψιμο με τσάπα
cavar πρχ σ-κάβω
1. ρμ, σκάβω, tengo que cavar la tierra, πρέπει να σκάψω τη γη
Javi está cavando un hoyo en la arena, Ο Χάβι σκάβει μια τρύπα στην άμμο
2. κατ, εκσκάπτω, διορύσσω, ανοίγω σήραγγα, cavar un túnel, ανοίγω μια σήραγγα,
Podemos cavar un pozo si encontramos agua en esta zona,
Μπορούμε να σκάψουμε ένα πηγάδι αν βρούμε νερό σε αυτήν την περιοχή
3. κατ, ανασκάπτω για τάφρο
4. ρα, σκάβω την γη για καλλιέργεια, cavar en tierra seca, σκάβω σε ξερό χώμα
Los operarios llevan todo el día cavando. Οι εργάτες σκάβουν όλη μέρα
5. μτφ, σκάβω πνευματικά= εμβαθύνω, στοχάζομαι, cavar en los misterios de la vida, στοχάζομαι γύρω από τα μυστήρια της ζωής
cavatina 1. θ, μσκ, καβατίνα
cavazón πρχ σκάψιμο μεγάλο
1. θ, κατ, εξόρυξη
2. αγρ, ανασκαφή
caverna πρχ καβα> σ-κάψιμο σε γη
1. θ, σπήλαιο, σπηλιά, el hombre de las cavernas, o άνθρωπος των σπηλαίων,
Las paredes de la caverna estaban llenas de pinturas rupestres,
Τα τείχη του σπηλαίου ήταν γεμάτα με σπηλαιογραφίες
2. ιατ, σε όργανο, σπήλαιο
cavernario, ria 1. ε, πρχ ζει σε κάβες> σπήλαια= σπηλαιώδης, -ης, -ες, σπηλαιόβιος, -α, -ο
cavernícola πρχ που ζει σε κάβα> σπήλαια
1. ε, α θ, τρωγλοδυτικός, -ή, -ó, τρωγλοδύτης, σπηλαιόβιος, -ή, -ό, άνθρωπος των σπηλαίων,
Estos dibujos fueron hechos por cavernícolas,
Αυτά τα σχέδια έγιναν από ανθρώπους των σπηλαίων
Un estudio reciente indicó que algunas pinturas rupestres fueron obra de mujeres cavernícolas, Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι ορισμένες ζωγραφιές σε σπήλαια ήταν έργα γυναικών των σπηλαίων
2. για ζώο, σπηλαιόβιος, -ή, -ό, σπηλαιόβιο
3. υτμ, για άτομο με μυαλό σπηλαιόβιου, οπισθοδρομικός, -ή, -ό, αναχρονιστικός, -ή, -ό
su padre es un cavernícola que le obliga a llegar a casa a las diez,
Ο πατέρας του είναι ένας οπισθοδρομικός που τον αναγκάζει να γυρίσει σπίτι μέχρι τις δέκα
cavernoso, sa καβ-ωδης= με πολλές κάβες> σπηλιές
1. ε, γεμάτος, -η, -o σπηλιές, σπηλαιώδες, -ης, montaña cavernosa, βουνό σπηλαιώδες
2. για φωνή, ήχο, σαν να βγαίνει από σπηλιά, σπηλαιώδης, -ης, -ες, υπόκωφος, -η, -o
Leonard Cohen tenía una hermosa voz cavernosa,
Ο Λέοναρντ Κοέν είχε μια όμορφη υπόκωφη φωνή
3. για σκοτάδι, σπηλαιώδες, -ης, -η, βαθύς, -ιά, -ύ,
La casa era húmeda y cavernosa, y estaba en la más completa oscuridad,
Το σπίτι ήταν υγρό και γεμάτο σπηλιές, και βρισκόταν στο απόλυτο σκοτάδι
4. ιατ, για επιφάνεια, σπηλαιώδης, -ης, -ες, plexo cavernoso, σπηλαιώδες πλέγμα
caveto 1. α, ατκ, πρχ καβ-ατο= κοίλο καλούπι
cavidad πρχ καβ-οτητα =
1. θ, κοιλότητα, El mar había creado unas cavidades fabulosas en los acantilados,
Η θάλασσα είχε δημιουργήσει μερικές υπέροχες κοιλότητες στους βράχους
2. ιατ, κοιλότητα, la cavidad ocular, η οφθαλμική κοιλότητα
cavitación σ-κάπτωση θ σπηλαίωση
recoveco πρχ περι-καβ-ακι> περι-κοιλο
1. α, γωνία με βαθύ κοίλωμα, εσοχή, Encontré un cuarto escondido por un recoveco de la antigua mansión, Βρήκα ένα δωμάτιο κρυμμένο μέσω μιας εσοχής του παλιού αρχοντικού 2. μτφ, γωνιά, Esta especie de ave solo se encuentra en un recoveco del mundo,
Αυτό το είδος πουλιού βρίσκεται μόνο σε μια γωνιά του κόσμου
se ocultó en un recoveco del jardín, κρύφτηκε σε μια γωνιά του κήπου
3. μτφ, βαθύ σημείο, los recovecos del alma, τα βάθη της ψυχής
4. μτφ, σα κοίλο σχήμα ή πρχ κουρμπα= στροφή, περιστροφή σε δρόμο, παραπόταμο,
La carretera está llena de recovecos, Ο δρόμος είναι γεμάτος στροφές
5. μτφ, πρχ περι-κόλπα> τέχνασμα, κόλπα, περιστροφές,
mi hermano conoce todos los recovecos del acuerdo,
ο αδερφός μου γνωρίζει όλα τα κόλπα της συμφωνίας
6. α πλ, μτφ, πάνω κάτω, περιπλοκές, Mi proceso de inscripción a la universidad tuvo sus recovecos, pero al final valió la pena, Η διαδικασία υποβολής αιτήσεων για το κολέγιο είχε τις περιπλοκές της, αλλά στο τέλος άξιζε τον κόπο
retroexcavadora 1. θ, τχν, (ανα)εκσκαφέας
socava 1. θ, πρχ σο-καβα> συ-σ-καβω= σκάψιμο για δρόμο, έδαφος,
2. σε φυτό, δέντρο, γούβα ποτίσματος
socavar πρχ συ-σ-κάβω
1. ρμ, σκάβω, υποσκάβω, σκάβω κάτω από κάτι,
la lluvia va socavando la roca, η βροχή σκάβει σταδιακά το βράχο,
Los zapadores socavaron la muralla para que se derrumbara,
Οι σκαπανείς υπέσκαψαν το τείχος ώστε να κατέρρεε
2. μτφ, υποσκάπτω, υπονομεύω, No dejes que esas mentiras socaven tu autoestima,
Μην αφήσεις αυτά τα ψέματα να υπονομεύσουν την αυτοεκτίμηση σου,
un escándalo que ha socavado la confianza de los empleados,
ένα σκάνδαλο που έχει υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των υπαλλήλων
socavón πρχ συ-σ-καβαν> λακ-κούβα ή υπο-σ-κάβω σε έδαφος
1. α, πρχ λακ-κούβα, El socavón está señalizado para que los coches no caigan dentro,
Η λακκούβα είναι σηματοδοτημένη ώστε τα αυτοκίνητα να μην πέσουν μέσα
2. τρύπα, Un hombre mayor metió el pie en un socavón, y nosotros le ayudamos a sacarlo
Ένας ηλικιωμένος άντρας έβαλε το πόδι του σε μια τρύπα και τον βοηθήσαμε να το βγάλει
3. καθίζηση εδάφους, El socavón del terreno se debió a las intensas lluvias,
Η καθίζηση στο έδαφος οφειλόταν στις έντονες βροχοπτώσεις
4. ορυ, στοά, όρυγμα, γαλαρία, τούνελ, φρεάτιο ορυχείου,
El socavón donde trabajan los mineros es peligroso,
Το φρεάτιο ορυχείου όπου εργάζονται οι ανθρακωρύχοι είναι επικίνδυνο
cóncavo 1. α, συγ-κοιλο ή συν-κάβα= κοιλότητα, τρύπα, κουφάλα,
El búho miraba intensamente al ratón desde el cóncavo del árbol,
Η κουκουβάγια κοίταξε έντονα το ποντίκι από την κουφάλα του δέντρου
cóncavo, va 1. ε, κοίλος, -η, -o, El telescopio funciona utilizando un espejo cóncavo y uno convexo, Το τηλεσκόπιο λειτουργεί χρησιμοποιώντας ένα κοίλο και ένα κυρτό κάτοπτρο
concavidad 1. θ, κοίλο, κοιλότητα, κοίλωμα, βαθούλωμα,
En la roca había una concavidad en la que se había acumulado el agua de la lluvia,
Στον βράχο υπήρχε μια κοιλότητα όπου είχε συσσωρευτεί το νερό της βροχής
cóncavoconvexo, xa πρχ συγ-κοιλο-συγ-κυρτος
1. ε, γεω, που είναι κοίλος από τη μια μεριά και κυρτός από την άλλη
covacha πρχ κοβατσα> καβατζα> κάβα= σπηλιά
1. θ, μικρή σπηλιά
2. υπόγειο, σκοτεινό δωμάτιο αποθήκευσης, αποθηκάκι, αποθήκη,
tiene todos los juquetes de su infancia guardados en la covacha en el patio trasero,
έχει όλα τα παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας φυλαγμένα στην αποθήκη στην πίσω αυλή
3. οικ, υτμ, τρώγλη, Desde que Diana perdió su trabajo, vive en una covacha,
Από τότε που η Νταϊάνα έχασε τη δουλειά της, ζει σε μια τρώγλη
4. μτφ, σκυλόσπιτο, καταφύγιο σκύλων
cueva πρχ καβα> σπηλιά
1. θ, σπηλιά, Es muy común que los murciélagos vivan en cuevas,
Είναι πολύ συνηθισμένο οι νυχτερίδες να ζουν σε σπηλιές
2. κάβα υπόγεια, κελάρι, Tengo una botella en la cueva que quiero abrir desde hace tiempo,
Έχω ένα μπουκάλι στο κελάρι που θέλω να ανοίξω εδώ και πολύ καιρό
3. υπόγειο
4. σνθ, cueva de ladrones, άντρο κλεφτών
cuévano 1. α, πρχ κουεβανο= κοφίνι
2. ιστ, καλάθι μωρού
entrecava 1. θ, αγρ, πρχ ενδο-σκάβω= ελαφρύ σκάψιμο
entrecavar 1. ρμ, αγρ, σκάβω ελαφρά
excavar πρχ εξ-καβαρ> εκ-σκάβω
1. ρμ, εκσκάπτω, σκάβω, La excavadora empezará a excavar las zanjas el lunes,
Ο εκσκαφέας θα ξεκινήσει να σκάβει τους τάφρους τη Δευτέρα
El perro excavó un hoyo en el jardín para esconder un hueso,
Ο σκύλος έσκαψε μια τρύπα στον κήπο για να κρύψει ένα κόκκαλο
2. ανασκάπτω, Los arqueólogos excavaron las antiguas ruinas y desenterraron numerosos tesoros, Οι αρχαιολόγοι ανάσκαψαν τα αρχαία ερείπια και ξέθαψαν πολυάριθμους θησαυρούς
3. αγρ, ξελακκώνω
excavación 1. θ, εκσκαφή, εξόρυξη, La excavación de los cimientos para el nuevo hotel comenzará el próximo mes, Η εκσκαφή των θεμελίων για το νέο ξενοδοχείο θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα
2. πράξη ή μέρος ανασκαφής, Mi tío trabaja en la excavación donde encontraron el tesoro pre-hispánico más grande, Ο θείος μου εργάζεται στην ανασκαφή όπου βρήκαν τον μεγαλύτερο προ-ισπανικό θησαυρό
excava 1. θ, αγρ, ξελάκκωμα, εκλάκκωση
excavadora 1. θ, εκσκαφέας
encovar πρχ εν-καβ-ίζω, πρχ εν-κρύβω> ενέχω εσωτερικά, κλείνω μέσα μου
1. ρμ, βάζω ή κλείνω σε κοιλότητα, καλούπι,
los queseros encuevan el queso para que fermente,
Οι τυροκόμοι κλείνουν σε καλούπι το τυρί για να ζυμωθεί
2. μτφ, κλείνω, (εν)κρύβω, aquel libro encovaba la verdadera historia,
αυτό το βιβλίο έκρυβε την αληθινή ιστορία
3. ρμ, ραντ, κρύβω, κρύβομαι, αναγκάζω κάποιον να κρυφτεί,
el ladrón se encovó para escapar de la policía,
Ο κλέφτης κρύφτηκε για να ξεφύγει από την αστυνομία
cúmulo πρχ κουμου-λο> σα κύμα ή από καμήλα (καμπούρα) ή καμπύλο σχήμα= σωρός
1. α, σωρός, στοίβα, Tienes un cúmulo de documentos encima de la mesa,
Έχεις μια στοίβα από έγγραφα στο τραπέζι
¿Puedes doblar el cúmulo de ropa que puse en el salón?
Μπορείς να διπλώσεις τη στοίβα με τα ρούχα που έβαλα στο σαλόνι;
Tuve que cancelar el viaje por un cúmulo de circunstancias,
Αναγκάστηκα να ακυρώσω το ταξίδι λόγω ενός συνδυασμού συνθηκών
Tener un hijo conlleva un cúmulo de responsabilidades nuevas para mí,
Να γεννήσεις ένα παιδί φέρνει μαζί του ένα σωρό από νέες ευθύνες για μένα
2. μτφ, σειρά, Fue un cúmulo de eventos que llevó al estallido de la guerra,
Ήταν μια σειρά από γεγονότα που οδήγησε στο ξέσπασμα του πολέμου
3. νέφος σωρείτης, El cielo estaba azul con algunos cúmulos esparcidos,
Ο ουρανός ήταν γαλάζιος με μερικά διάσπαρτα σύννεφα σωρείτες
4. σνθ, cúmulo de galaxias, αστρ, γαλαξιακό νέφος
5. εκφ, un cúmulo de, ένας σωρός από
un cúmulo de circunstancias, μια σειρά περιστάσεων
un cúmulo de disparates, ένα σωρό βλακείες
acumular 1. ρμ, κυρ, μτφ, συσσωρεύω, στοιβάζω, συγκεντρώνω, μαζεύω,
Lleva mucho tiempo acumulando porquerías en el jardín,
Εδώ και πολύ καιρό συσσωρεύει σκουπίδια στον κήπο,
El explorador acumuló una gran cantidad de información sobre la flora y fauna de las tierras que visitó, Ο εξερευνητής συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για τη χλωρίδα και την πανίδα των εδαφών που επισκέφτηκε
El narcotraficante había acumulado una fortuna estimada en más de 700 millones de dólares, Ο έμπορος ναρκωτικών είχε μαζέψει μια περιουσία εκτιμώμενη σε περισσότερα από 700 εκατομμύρια δολάρια
Con tantos años en la cirugía acumuló una gran experiencia,
Με τόσα χρόνια εμπειρίας στη χειρουργική, έχει συσσωρεύσει μεγάλη εμπειρία
2. ραντ, κυρ, μτφ, στοιβάζομαι, συσσωρεύομαι, μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι,
Durante la huelga miles de toneladas de basura se acumularon en el vertedero de la ciudad,
Κατά τη διάρκεια της απεργίας, χιλιάδες τόνοι σκουπιδιών συσσωρεύτηκαν στην χωματερή, στον χώρο υγειονομικής ταφής της πόλης
acumulación 1. θ, κυρ, μτφ, πράξη και αποτέλεσμα του acumular,
συσσώρευση, συγκέντρωση, στοίβαγμα, μάζεμα
acumulativamente 1. επρ, συσσωρευτικά
acumulativo, va 1. ε, συσσωρευτικός, -ή, -ό
2. αθροιστικός, -ή, -ό
cumulativo, va 1. ε, συσσωρευτικός, -ή, -ό
acumulable 1. ε, συσσωρευτικός, -ή, -ό
2. αθροιστικός, -ή, -ό
acumulador 1. α, τχν, συσσωρευτής, μπαταρία
2. πλφ, συσσωρευτής, καταχωρητής
3. σνθ, acumulador eléctrico, ηλεκτρικός συσσωρευτής, μπαταρία
acumulador, ra 1. ε, συσσωρευτικός, -ή, -ό
gavilla πρχ καβ-ιλα> κυβ-ουλι= δεμάτι από σιτηρά
1. θ, δεμάτι δημητριακών, σαν κύβος
2. μτφ, δέσμη, μάτσο από καλάμια, κλαδιά, gavilla de cañas, ramas
agavillar 1. ρμ, πρχ κυβ-ουλ-αρω= δεματιάζω
agavillamiento 1. α, δεμάτιασμα
engavillar 1. ρμ, αγρ, δεματιάζω
gavillero 1. α, πρχ κυβ-ουλ-αριο= αποθήκη για στάχυα
agavillador, ra 1. α θ, για άτομο, πρχ κυβ-ουλ-αρης= δεματάς
agavilladora 1. θ, μηχανή δεματική
gavia πρχ γούβα
1. θ, τάφρος, λάκκος
2. ναυ, γάμπια
gaviero 1. α, ναυ, γαμπιέρης
gavieta 1. θ, ναυ, γάμπια του τρίγκου
gavión 1. α, πρχ με γούβα στο κέντρο= πλατύγυρο καπέλο
2. στρ, πρχ κυβον= σαν κύβος άμμου, αμμόσακος προστασίας χαρακώματος
alcubilla 1. θ, πρχ σα κυβ-ουλι ή κουβ-ουλι = δεξαμενή νερού
celacanto 1. α, ζωλ, πρχ κοιλ-άκανθος
celentéreo 1. α, ζωλ, πρχ κοιλεντερωτός, κοιλέντερος
celiaca, celíaca 1. θ, ιατ, κοιλιο-κάκη
celiaco, ca, celiaco, ca 1. ε, ανα, ιατ, κοιλιακός, -ή, -ó
2. α, ιατ, ασθενής με κοιλιοκάκη
celoma 1. α, ανα, κοίλωμα
chabola μτθ καβο-λα> καλύ-βα, πρχ καβ-ουλα> καλύβα, πρχ τσα-βολα> φα-βελα
1. θ, παράγκα, παράπηγμα, καλύβα, φαβέλα,
A las afueras del pueblo había muchas chabolas,
Στα περίχωρα του χωριού υπήρχαν πολλές καλύβες
2. παραδοσιακή εξοχική κατοικία, La chabola donde pasamos el fin de semana fue barata,
Η παραδοσιακή εξοχική κατοικία όπου περάσαμε το Σαββατοκύριακο ήταν φθηνή
chabolismo 1. α, παραγκισμός, καλυβισμός, το θέμα των παραγκουπόλεων, φαβελισμός
chabolista 1. α θ, καλυβιστής, -ια, άτομο που κατοικεί σε καλύβα, παράγκα, παραγκούπολη
φαβελιστής, -ια
chabolo 1. α, μτφ, στενή, φυλακή
coy 1. α, ναυ, πρχ κύω> κοίλου σχήματος= αιώρα που χρησιμεύει ως κρεβάτι σε πλοία
cima πρχ κύμα και οι ιδιότητες του
1. θ, κορυφή σε βουνό, Vi el amanecer desde la cima de la montaña,
Είδα την ανατολή του ηλίου από την κορυφή του βουνού
2. κορυφή δέντρου, la cima del árbol, η κορφή του δέντρου
3. μτφ, απόγειο, la cima de su carrera, το απόγειο της δόξας του
4. εκφ, dar cima a algo, δίνω κύμα σε κάτι> κορυφώνω= ολοκληρώνω, αποτελειώνω κάτι
mirar algo por cima, κοιτάω κάτι επιφανειακά, κοιτάω κάτι στα γρήγορα
cimacio 1. α, ατκ, κυμάτιο
cimarrón, ona πρχ κυμα-ρα> μεγάλο κύμα> κορυφή βουνού
1. ε, για ζώο, φυτό, που ζει στο βουνό, άγριος, -α, -o,
Necesitamos a un hombre valiente que se anime a domar a ese caballo cimarrón,
Χρειαζόμαστε έναν γενναίο άντρα που να τολμήσει να δαμάσει αυτό το άγριο άλογο
cimera 1. θ, πρχ κυμ-ιερα= λοφίο κράνους, σαν κύμα
cimero, ra 1. ε, υψηλότερος, -η, -o, ψηλότερος, -η, -o, σαν στην κορυφή του κύματος,
cortó las ramas cimeras del árbol, έκοψε τα ψηλότερα κλαδιά του δέντρου
2. μτφ, κορυφαίος, -α, -ο, εξέχων, -ουσα, -ον, es la obra cimera de Cervantes,
είναι το κορυφαίο έργο του Θερβάντες
encima πρχ εν-κυματος> επι-(του)κύματος
1. επρ, στο επάνω μέρος, επάνω, el gato está encima de la mesa,
ο γάτος είναι επάνω στο τραπέζι
La ropa está encima de la cama, Τα ρούχα είναι πάνω στο κρεβάτι
El espejo está encima de la silla, Ο καθρέφτης είναι πάνω από την καρέκλα
2. επάνω μας χρονικά= φτάνει κάτι, κοντά, προ των πυλών, Las elecciones están encima,
Οι εκλογές είναι κοντά, προ των πυλών
3. οικ, επιπλέον, nos costó 10 euros y encima la propina,
μας κόστισε 10 ευρώ και επιπλέον το φιλοδώρημα
4. οικ, κι από πάνω, gana tanto dinero y encima está descontento,
κερδίζει τόσο χρήμα κι είναι δυσαρεστημένος από πάνω
5. εκφ, echarse encima, για όχημα, ρίχνομαι επάνω= πέφτω πάνω
ή για ατυχία, δυστυχία, πέφτω πάνω, βρίσκω, se le echó encima una gran desgracia,
του έπεσε επάνω, τον βρήκε μια μεγάλη συμφορά
ή για άτομο, πέφτω πάνω
ή για χρόνο, πιέζω, el tiempo se nos echa encima, o χρόνος μας πιέζει
llevar algo encima, κουβαλώ, έχω κάτι πάνω μου
quitarse de encima, αφαιρώ από πάνω, για πρόβλημα, δυσκολία
tener a alguien encima, έχω κάποιον από πάνω = από το κεφάλι μου
encima de 1. εκφ, πάνω σε, από, el gato está encima de la mesa,
ο γάτος βρίσκεται πάνω στο τραπέζι
2. πάνω από, vive encima de mi hermano, μένει πάνω από τον αδερφό μου
3. επιπλέον του, εκτός από, encima de ser lenguaraz, es tonto,
εκτός από γλωσσάς, είναι και χαζός
4. παρόλο που, παρότι, encima de que le presto dinero, me pone esa cara,
παρόλο που του δανείζω λεφτά, μου μουτρώνει
5. εκφ, estar encima de algo, στέκομαι πάνω από κάτι= παρακολουθώ κάτι επισταμένως, προσεκτικά
estar encima de alguien, στέκομαι, είμαι πάνω από κάποιον ή από το κεφάλι κάποιου
por encima 1. εκφ, για κίνηση, από πάνω, el coche pasará por encima,
το αμάξι θα περάσει από πάνω
2. μτφ, από πάνω, por encima sólo tiene al director, από πάνω του έχει μόνο τον διευθυντή
3. μτφ, από πάνω, για τρόπο που κάνω κάτι, επιφανειακά, limpiar la casa por encima,
καθαρίζω το σπίτι επιφανειακά
leer algo por encima, διαβάζω κάτι επιφανειακά, στα πεταχτά
4. pasar algo por encima, περνάω από πάνω= χωρίς να δίνω σημασία, περνάω στο ντούκου
pasar por encima de alguien, μτφ, περνάω πάνω από κάποιον, παρακάμπτω κάποιον
por encima de todo, πάνω από όλα, por encima de todo, no lo hagas,
πάνω από όλα, μην το κάνεις
encimar πρχ επι-κυματίζω ή εν-καμπυλώνω> κάνω σα καμπύλη, κύμα κάτι
1. ρμ, στοιβάζω, βάζω το ένα πάνω στο άλλο, Encima las cajas para que ahorremos espacio,
Στοίβαξε τα κουτιά για να εξοικονομήσουμε χώρο
2. βάζω σε ψηλό μέρος, σημείο, encimó los jarrones, έβαλε τα βάζα ψηλά
3. στα χαρτιά, αυξάνω ποντάρισμα
4. μτφ, μαρκάρω, Los defensores me encimaron y no podía recibir el balón,
Οι αμυντικοί με μάρκαραν και δεν μπορούσα να πάρω την μπάλα
4. ραντ, μτφ, είμαι πιο ψηλά από κάτι, υψώνεται,
el campanario se encima sobre los tejados,
το καμπαναριό υψώνεται πάνω από τις στέγες
5. μτφ, πρχ εν-κειμαι> επι-κειμαι σε κάτι= καταδιώκω
encimera πρχ εν-κυματο= που στέκει πάνω σε κάτι, σαν κορυφή
1. θ, πάγκος κουζίνας ή επίπλων μπάνιου
2. πλαίσιο εστίας, κεραμική εστία
encimero, ra 1. ε, πρχ εν-κιμερο> επι-κείμε-νος, -η, -ο, από πάνω, sábana encimera,
πανω-σέντονο
codeína 1. θ, ιατ, κωδεΐνη
jaula πρχ χ-αουλα> κελί, κλουβί
1. θ, για ζώα, κλουβί, un león en su jaula, ένα λιοντάρι μέσα στο κλουβί του
2. καφάσι, τελάρο, transportar la mercancía en jaulas, μεταφέρω το εμπόρευμα σε τελάρα
3. καμπίνα ασανσέρ, la jaula del ascensor, η καμπίνα του ασανσέρ
4. οικ, κελί= ψειρού, στενή, ha pasado un més en la jaula, έχει περάσει ένα μήνα στη στενή
5. ορυ, κλούβα εξόρυξης
6. σνθ, jaula de grillos, οικ, κελί από γρύλους= μέρος που φωνάζουν, σαν γρύλοι
jaula de locos, μτφ, κελί τρελών= τρελάδικο
jaula de oro, μτφ, χρυσό κλουβί
gayola 1. θ, πρχ χαουλα> γκαγιολα= κλουβί
enjaular 1. ρμ, πρχ εν-κλωβίζω, βάζω σε κλουβί, εγκλωβίζω ζώα, φυλακίζω σε κλουβί,
Enjaularon al león para transportarlo, Έβαλαν σε κλουβί το λιοντάρι για να το μεταφέρουν, Mucha gente cree que es inhumano enjaular a los animales,
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι απάνθρωπο να φυλακίζονται τα ζώα σε κλουβιά
2. οικ, φυλακίζω άτομο, Enjaularon al ladrón que asaltó la estación de gasolina,
Φυλάκισαν τον κλέφτη που επιτέθηκε στο βενζινάδικο
3. ραντ, μτφ, κλείνομαι μέσα στο σπίτι , κλειδαμπαρώνομαι
desenjaular 1. ρμ, πρχ απ-εν-κλωβίζω= βγάζω από το κλουβί
escamonda 1. θ, πρχ εσκαμοντα> ξεμοντα-ρισμα δέντρου= κλάδεμα δέντρου
escamondadura 1. θ, ξερά κλαδιά που έχουν κλαδευτεί
escamondar 1. ρμ, πρχ ξε-μοντάρω= κλαδεύω δέντρο, ya es hora de escamondar el pino,
ήρθε η ώρα να κλαδέψουμε το πεύκο
ή μτφ, αφαιρώ τα περιττά από κείμενο
2. καθαρίζω από άχρηστα πράγματα
3. νίβω το πρόσωπο
escamujar 1. ρμ, αγρ, κλαδεύω την ελιά
escamujo 1. α, κλαδεμένο κλαδί ελιάς
esquilmar πρχ εσ-κιλμαρ> εκ-χυμάζω ή συγ-κομ-ιδη κάνω= αφαιρώ τους χυμούς, εξαντλώ
ή μτφ, ξε-καμπυλώνω> εξαντλώ ή εσ-κιλμαρ> σκύλευμα, σκάλισμα, ξέσκισμα
1. ρμ, για καρπούς, σοδειά, εκ-χυμάζω= μαζεύω τους χυμούς, συλλέγω, κάνω συγκομιδή,
los dueños de las tierras contratan a jornaleros para que esquilmen la cosecha,
οι γαιοκτήμονες προσλαμβάνουν εργάτες ημέρας για να μαζεύουν τις σοδειές
2. για έδαφος, χωράφι, εξαντλώ το χώμα ή εξαντλώ, λεηλατώ φυσικούς πόρους,
Los sucesivos colonizadores esquilmaron los recursos naturales del país,
Οι διαδοχικοί αποικιοκράτες λεηλάτησαν τους φυσικούς πόρους της χώρας
3. μτφ, ξέσκισμα> καταστρέφω οικονομικά, γδέρνω, εκμεταλλεύομαι τον άλλον,
Los señores feudales esquilmaban a sus vasallos exigiéndoles tributos cada vez más altos,
Οι φεουδάρχες εκμεταλλεύονταν, έγδερναν τους υποτελείς τους απαιτώντας ολοένα και υψηλότερους φόρους υποτέλειας
esquilmo 1. α, πρχ εκ-χυμασμός ή εσ-κιλ-μο> συγ-κο-μιδή