CAUCHO

CAUCHO= ΠΡΧ ΚΑΟΥΤΣΟΥΚ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

caucho 1. α, καουτσούκ δέντρο

2. καουτσούκ ουσία

3. σνθ, caucho sintético, vulcanizado, καουτσούκ συνθετικό, βουλκανισμένο

cauchera 1. θ, βοτ, καουτσουκό-δεντρο

cauchero, ra 1. ε, καουτσουκένιος, -α, -o

2. α θ, έμπορος καουτσούκ

cauchutar 1. ρμ, επικαλύπτω με καουτσούκ

cauchutado 1. α, επικάλυψη καουτσούκ

encauchar 1. ρμ, επενδύω με καουτσούκ

recauchutar 1. ρμ, περι-καουτσουκ-αρω= αναγομώνω ελαστικό, recauchutar un neumático

recauchutado, da 1. ε, αναγομωμένος, -η, -o

2. α, αναπελμάτωση

Scroll to Top