CASTA

CASTA= ΠΡΧ ΚΑΣΤΑ, ΚΑΣΤΙΝΓΚ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

casting, cásting 1. α, κάστινγκ, διαλογή μέσα απο επιλογές

casta 1. θ, κάστα, γενιά, ράτσα, καταγωγή, γενεαλογικό δέντρο,

ser de casta de hidalgos, είναι απο κάστα ευγενών

2. τάξη, είδος σε πράγμα

3. στην Ινδία, κάστα, el sistema de castas de la India, το σύστημα με κάστες της Ινδίας

4. πάστα ατόμου, κλάση, es de buena casta, είναι απο καλή πάστα

5. εκφ, de casta le viene al galgo el ser rabilargo, απο την κάστα του έρχεται του σκύλου το να είναι με ουρά-μακριά= κατά μάνα κατά κύρη, το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει

castizo, za καστάτο

1. ε, μτφ, απο κάστα, αυθεντικός, -ή, -ó, γνήσιος, -α, -ο, αληθινός, -ή, -ό,

un Atenense castizo, ένας γνήσιος Αθηναίος

taberna castiza, ταβέρνα αυθεντική

2. για γλώσσα χωρίς επιρροές, καθαρός, -ή, -ό, αμιγής, -ής, -ές,

lengua castiza, γλώσσα καθαρή

descastar 1. ρμ, ξε-καστάρω= εξολοθρεύω απο την κάστα τα βλαβερά ζώα

descastado, da πρχ ξε-καστατο

1. ε, α θ, για άτομο εκτός κάστας, οικογένειας, χωρίς σχέσεις οικογενειακές

2. για άτομο που δεν σέβεται την κάστα= ευγένεια, αγάπη των άλλων, αγνώμων, -ων, -ον, αχάριστος, -η, -ο, αγνώμων, no seas descastada y cuida más a tus amigas,

μην είσαι αχάριστος και φρόντισε περισσότερο τις φίλες σου

Scroll to Top