CASTAÑO= ΠΡΧ ΚΑΣΤΑΝΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
castaña 1. θ, κάστανο καρπός
2. κάστανο ψητό, μαρόνι, ¡castañas calentitas! κάστανα ζεστά!
3. οικ, μτφ, μπουνιά, recibió una castaña, έφαγε μια μπουνιά
4. οικ, μτφ, μεθύσι, σαν να γίνεται το κεφάλι κάστανο, volvió con una buena castaña,
γύρισε με ένα γερό μεθύσι
5. μτφ, πρχ καστανια> κοτσανι= κότσος μαλλιών
6. μτφ, νταμιτζάνα
7. σνθ, castaña confitada, μαρόν γκλασέ
castaña de agua, νερο-κάστανο
castaña de Indias, αγριο-κάστανο
castaña pilonga, apilada, αποξηραμένο κάστανο
castaña regoldana, αγριο-κάστανο
8. εκφ, dar, pegar una castaña. δίνω, μπήγω, ρίχνω μια μπουνιά
sacarle a alguien las castañas del fuego, βγάζω για κάποιον τα κάστανα από τη φωτιά
castañas 1. θ πλ, μτφ, χρόνια, tiene ya 40 castañas, είναι ήδη 40 χρονών
acastañado, da 1. ε, καστανωπός, -ή, -ό
castañal 1. α, καστανιώνας
castañar 1. α, καστανιώνας
castañazo 1. α, οικ, μτφ, χτύπημα
2. εκφ, darse, pegarse un castañazo, χτυπάω σε κάτι, se dio un castañazo contra un árbol χτύπησε πάνω σε ένα δέντρο
castañeda 1. θ, καστανιώνας
castañero, ra 1. α θ, πωλητής, -ια καστανών, καστανάς
castañeta 1. θ, μτφ, χτύπημα δαχτύλων
2. όργανο καστανιέτα
castañetear 1. ρα, παίζω καστανιέτες, castañetear con castañuelas
2. μτφ, χτυπώ τα δόντια μου, le castañeteaban los dientes,
χτυπούσαν τα δόντια του
3. χτυπώ, τρέμω τα γόνατα μου, castañetear las rodillas
4. κακαβίζω, για πέρδικα, castañetear la perdiz
castañeteo 1. α, πράξη του castañetear
castañetazo 1. α, χτύπημα με δάκτυλα, με καστανιέτες, con castañuelas
2. σκάσιμο κάστανου
3. τρίξιμο οστών, castañetazo de hueso
castaño 1. α, καστανό χρώμα
2. βοτ, καστανιά
3. σνθ, castaño de Indias, αγριο-καστανιά
4. εκφ, pasar de castaño oscuro, μτφ, περνάω το καστανό σκούρο= ξεπερνάω κάθε όριο
castaño, ña 1. ε, καστανός, -ή, -ó, ojos castaños, καστανά μάτια
pelo castaño, καστανά μαλλιά
castañola 1. θ, ζωλ, καλογριά
castañuela 1. θ, καστανιέτα
2. βοτ, κύπειρος
3. εκφ, estar alegre como unas castañuelas, είμαι χαρούμενος σαν καστανιέτα=
είμαι περιχαρής