CASPA= ΠΡΧ ΚΑ-ΣΠΑ> ΚΑΤ-ΑΣΠΡΑ ΚΕΦΑΛΙΟΥ> ΠΙΤΥΡΙΔΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
caspa 1. θ, πιτυρίδα, te pica la cabeza porque tienes caspa,
σε τρώει το κεφάλι γιατί έχεις πιτυρίδα
2. ιατ, λέπι σαν υπόλειμμα δερματικό από πληγή, le salió caspa después del herpes,
του βγήκε λέπι μετά τον έρπη
descaspar 1. ρμ, καθαρίζω, αφαιρώ την πιτυρίδα
caspera 1. θ, πρχ ασπρ-ιερα= χτένα με δόντια λεπτά και πυκνά για κόνιδες, σαν για πιτυρίδα
casposo, sa 1. ε, πρχ κατ-ασπρος= γεμάτος, -η, -o πιτυρίδα, Tenía el pelo casposo, como de no habérselo lavado en una semana, Είχε το μαλλί γεμάτο πιτυρίδα, σαν να μην το είχε πλύνει για μια εβδομάδα
2. μτφ, με κατ-άσπρα μαλλιά> παλαιός ή πρχ (κας)-πασέ= απαρχαιωμένος, -η, -o, πασέ, ξεπερασμένος, -η, -o, ντεμοντέ, los famosos casposos, οι διάσημοι που είναι ντεμοντέ, πασέ
¿Cómo es posible que todavía circulen esas ideas casposas sobre el papel de las mujeres en la sociedad? Πώς είναι δυνατόν να κυκλοφορούν ακόμη αυτές οι πασέ ιδέες για τον ρόλο των γυναικών στην κοινωνία;
Yo quiero ir a un sitio guay, y no a ese bar casposo al que me llevas siempre,
Θέλω να πάω σε ένα μέρος ωραίο, όχι σε εκείνο το ντεμοντέ μπαρ που με πηγαίνεις πάντα
3. μτφ, ατημέλητος, -η, -ο, παρατημένος, -η, -ο άτομο εμφανισιακά