CASA

CASA= ΠΡΧ ΚΑΣΑ> ΚΑΣΑ ΠΟΡΤΑΣ, ΠΡΧ ΚΑΣΑ> ΚΑΣΟΝΙ> ΚΙΒΩΤΙΟ= ΟΙΚΙΑ,ΣΠΙΤΙ,

ΠΡΧ ΚΑΣ-Α> ΟΙ-ΚΟΣ= ΣΠΙΤΙ, ΟΙΚΟΣ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ

casa πρχ οικία= σπίτι, πρχ κάσα πόρτας= σπίτι

1. θ, πολυκατοικία, κτήριο, una casa de 5 plantas, μια 5όροφη πολυκατοικία

2. κατοικία, σπίτι, todas las casas de este barrio se construyeron según los mismos planos,

όλα τα σπίτια αυτής της γειτονιάς χτίστηκαν σύμφωνα με τα ίδια σχέδια

Han vendido el piso para comprarse una casa en las afueras,

Πούλησαν το διαμέρισμα τους για να αγοράσουν ένα σπίτι στα προάστια

3. οίκος, οικογένεια, la casa de los Borbolles, o οίκος των Βουρβόνων

en mi casa nos levantamos hacia las 7 de la mañana,

Στην οικογένεια μου ξυπνάμε γύρω στις 7 το πρωί

4. μτφ, κατάστημα, οίκος εταιρίας, especialidad de la casa, σπεσιαλιτέ του καταστήματος

nuestra empresa abrirá casas en varias provincias española,

η εταιρεία μας θα ανοίξει καταστήματα σε αρκετές ισπανικές επαρχίες

5. ίδρυμα, οργανισμός, el director de esta casa, ο διευθυντής αυτού του ιδρύματος

6. κουτάκι, τετραγωνάκι, σαν κάσα μικρή, el tablero de ajedrez tiene 64 casas,

η σκακιέρα έχει 64 τετραγωνάκια

7. οίκος αστρολογίας

8. αθλ, έδρα ομάδας, este domingo jugamos en casa,

Αυτή την Κυριακή παίζουμε εντός έδρας

9. σπίτι σαν μέρος, a casa de, στο σπίτι κάποιου, me voy a casa del Juan,

πάω στου Χουάν

de la casa, του σπιτιού= οικογενειακός, -ή, -ó, es un amigo de la casa,

είναι ένας οικογενειακός φίλος

10. σνθ, casa discográfica, δισκογραφική εταιρεία

casa editora, εκδοτικός οίκος

casa prefabricada, προκατασκευαμένο σπίτι

casa pública, οίκος ανοχής

casa real, παλάτι ή βασιλικός οίκος

casa remolque, σπίτι ρυμουλκώμενο, τροχόσπιτο

casa solariega, αρχοντικό σπίτι

casa unifamiliar, μονο-κατοικία

casa y comida, διαμονή και φαγητό

casa central, matriz έδρα

casa comercial, εμπορικός οίκος

casa consistorial, δημαρχείο

casa cuartel, κοιτώνας στρατοπέδου χωροφυλακής

casa de alquiler, σπίτι ενοικιαζόμενο

casa de apuestas, γραφείο στοιχημάτων

casa de beneficencia, πτωχοκομείο

casa de cambio, γραφείο συναλλάγματος

casa de caridad, ίδρυμα φιλανθρωπικό

casa de citas, οίκος ανοχής

casa de empeño, ενεχυροδανειστήριο

casa de fieras, θηριοτροφείο

casa de huéspedes, οικογενειακή πανσιόν

casa de labor, αγρόκτημα

casa de locos, κυρ, μτφ, τρελοκομείο, τρελάδικο

casa de maternidad, μαιευτήριο

casa de moneda, νομισματοκοπείο

casa de préstamos, ενεχυροδανειστήριο

casa de socorro, κέντρο Πρώτων βοηθειών

11. εκφ, fuera de casa, εκτός σπιτιού, λείπω

hacer la casa, κάνω τις δουλειές του σπιτιού

invita la casa, κερνάει το κατάστημα

la casa de Tócame Roque, κωλοχανείο

levantar alguien la casa, σηκώνει κάποιος το σπίτι= μετακομίζω

(los) sin casa, οι άστεγοι

no tener casa ni hogar, είμαι άστεγος, δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι

¡ah de la casa! είναι κανείς εδώ;

cada uno en su casa y Dios en la de todos, o καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός για όλους

caérsele a alguien la casa encima, οικ, μου πέφτει το σπίτι επάνω> πνίγομαι στο σπίτι

casa con dos puertas mala es de guardar, πρμ, μτφ, σπίτι με 2 πόρτες κακο-φυλάγεται= όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα

de casa en casa, από πόρτα σε πόρτα

echar, tirar la casa por la ventana, οικ, ρίχνω, τραβάω το σπίτι από το παράθυρο=

ξοδεύω ασύστολα, με τη σέσουλα, σπαταλάω, υπερβαίνω σε έξοδα, δαπάνη

empezar la casa por el tejado, αρχίζω το σπίτι από την στέγη> κάτι ανάποδα , από το τέλος en casa del ahorcado, no hay que mentar la soga,

στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάμε για σχοινί,

como Pedro por su casa, σαν τον Πέδρο στο σπίτι του= με άνεση, όπως μου κάνει κέφι,

σαν το σπίτι του, se mueve en los ambientes literarios como Pedro por su casa,

κινείται στα λογοτεχνικά περιβάλλοντα με άνεση

El nuevo colega llegó y usó mi ordenador como Pedro por su casa,

Ο νέος συνάδελφος ήρθε και χρησιμοποίησε τον υπολογιστή μου σαν στο σπίτι του

Casablanca 1. ονο, οίκος-λευκός= Καζα-μπλάνκα

casamata 1. θ, πρχ οίκος-ματ(σκοτώνει)= οχύρωμα

caserna 1. θ, οχυρό, οχύρωμα

casanova 1. α, καζανόβας

casapuerta 1. θ, πρχ οίκος-πόρτα= προθάλαμος

casatienda 1. θ, οίκος-τέντα= κατάστημα με το σπίτι του καταστηματάρχη

casera 1. θ, σπιτική= όνομα ισπανικής μάρκας γκαζόζας

casería 1. θ, εξοχικό σπίτι

caserío 1. α, πρχ οικ-άριο= οικισμός, En el caserío donde me crié solo viven 40 personas,

Στον οικισμό όπου μεγάλωσα, ζουν μόνο 40 άτομα

2. εξοχικό σπίτι

3. οικία αγροτική σε περιοχή Βάσκων

casero, ra πρχ οικ-άρης= οικιακός, σπιτικός

1. ε, σπιτικός, -ή, -ό, comida casera, σπιτικό φαγητό

Me gusta la comida casera de mi abuela, Μου αρέσει το σπιτικό φαγητό της γιαγιάς μου

Es un remedio casero para la tos, Είναι ένα σπιτικό φάρμακο, γιατροσόφι για τον βήχα

2. μτφ, φτιαχτό στο σπίτι= ερασιτεχνικός, -ή, -ό, οικιακός, -ή, -ó,

un vídeo casero, ένα ερασιτεχνικό βίντεο

3. οικογενειακός, -ή, -ό, fiesta casera, οικογενειακή γιορτή

4. για ζώο σπιτιού, κατοικίδιος, -α, -o

5. για άτομο που μένει, ζει σπίτι πολύ, σπιτόγατος, -α, -ο,

Soy muy casero los fines de semana, Είμαι πολύ σπιτόγατος τα Σαββατοκύριακα

6. α θ, ιδιοκτήτης, -ια οικίας, νοικοκύρης, Nuestro casero nos avisó que subirá el alquiler,

Ο ιδιοκτήτης μας μας ειδοποίησε ότι θα ανεβάσει το ενοίκιο

7. α θ, διαχειριστής, -ια οικίας

caserón 1. α, πρχ οικι-άρα= μεγάλο και ετοιμόρροπο σπίτι,

el señor Morales vivía en un caserón sin calefacción o agua corriente,

Ο κ. Μοράλες ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι χωρίς θέρμανση ή τρεχούμενο νερό

caseta πρχ σα κασέτα σε σχήμα ή κασ-ιτσα> σα οικία μικρή, σπιτάκι

1. θ, καμπίνα σε παραλία, χώρο ή για εργαλεία, αποθήκευση πραγμάτων,

entró en la caseta a quitarse el bañador y cambiarse de ropa,

μπήκε στην καμπίνα, στα αποδυτήρια για να βγάλει το μαγιό της και να αλλάξει ρούχα

La caseta de herramientas está detrás del jardín,

Η αποθήκη εργαλείων είναι πίσω από τον κήπο

2. σπιτάκι σκύλου, El perro se escondió en su caseta cuando tronó,

Ο σκύλος κρύφτηκε στο ή σπιτάκι του όταν βρόντηξε

3. σπιτάκι έκθεσης, σταντ, πάγκος, περίπτερο,

Montaron una caseta de venta de libros en la feria,

Έστησαν ένα περίπτερο πώλησης βιβλίων στην έκθεση

4. σπιτάκι, καλύβα ή φυλάκιο, Tuvimos que pagar en la caseta de peaje,

Χρειάστηκε να πληρώσουμε στα διόδια

El terrorista vivía en una caseta en medio del bosque,

Ο τρομοκράτης ζούσε σε μια καλύβα στη μέση του δάσους

5. αθλ, αποδυτήρια

6. caseta de derrota, ναυ, καμπίνα, θάλαμος χαρτών

caseta de feria, πάγκος, περίπτερο εμποροπανήγυρης

caseta de tiro, σκοπευτήριο

caseta de la electricidad, υποσταθμός ηλεκτρικού ρεύματος

7. εκφ enviar, mandar a la caseta, αθλ, στέλνω, αποβάλλω έναν παίκτη στα αποδυτήρια

casete 1. α θ, κασέτα

2. α, κασετό-φωνο

casino 1. α, καζίνο, Ha ido al casino a jugar a la ruleta,

Πήγε στο καζίνο για να παίξει ρουλέτα

2. μτφ, κύκλος, λέσχη ατόμων, Nos juntamos en el casino todos los miércoles de verano,

Συναντιόμαστε στη λέσχη κάθε Τετάρτη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού

casón 1. α, μεγάλος οίκος, σπίτι

casona 1. θ, παλιό σπίτι μεγάλο

casucha 1. θ, υτμ, πρχ κασ-ούτσα= παράγκα

casucho 1. α, υτμ, παράγκα

casuca 1. θ, υτμ, παράγκα

casilla πρχ κασ-ουλα

1. θ, κουτάκια > θέση, χώρισμα σε ντουλάπι, συρτάρι, ραφιέρα, γραμματο-θυρίδα,

han puesto las llaves en la casilla del profesor,

έβαλαν τα κλειδιά στο κουτάκι του δασκάλου

2. τετραγωνάκι σε έντυπο, στήλη, κουτάκι,

Haz una cruz en la casilla de la derecha si ya has solicitado un préstamo

Κάνε ένα σταυρό στο κουτάκι στα δεξιά, εάν έχεις ήδη υποβάλει αίτηση για δάνειο

3. κουτάκι, τετραγωνάκι σε σταυρόλεξο, σκάκι, επιτραπέζιο παιχνίδι,

colocaron los peones en sus casillas, τοποθέτησαν τα πιόνια στα τετράγωνα τους

Si caes en esta casilla, pierdes tu turno y regresas a la salida,

Αν πέσεις σε αυτό το τετραγωνάκι, χάνεις τη σειρά σου και επιστρέφεις στην αρχή

4. θτρ, κνμ, ταμείο, Cuando llegué a la casilla, las entradas para la obra ya estaban agotadas,

Όταν έφτασα στο ταμείο, τα εισιτήρια για την παράσταση ήταν ήδη εξαντλημένα

5. παράγκα

6. σπιτάκι φύλακα σε χώρο, φυλάκιο

7. εκφ, sacar a alguien de sus casillas, βγάζω κάποιον από τα κουτιά του=

μτφ, βγάζω κάποιον εκτός εαυτού, βγάζω από τα ρούχα του,

Sus constantes quejas me sacan de mis casillas,

Τα συνεχή παράπονα του με βγάζουν από τα ρούχα μου,

salirse alguien de sus casillas, μτφ, βγαίνω εκτός εαυτού

casillero 1. α, γραμματο-θυρίδα, λόγω πολλών κυτίων

curcusilla 1. θ, πρχ κουρ-κουρ-σιλα> κακα-σούλα= ουροπύγιο, κόκκυγας

encasillar πρχ εν-κασουλ-ιαζω κάτι, βάζω σε κουτιά, θέση

1. ρμ, βάζω σε κουτιά, καταχωρώ, αρχειοθετώ, κατηγοριοποιώ,

hay que encasillar los documentos, πρέπει να αρχειοθετηθούν τα έγγραφα,

En las bibliotecas encasillan los libros por temática o nombre de autor,

Οι βιβλιοθήκες κατηγοριοποιούν τα βιβλία κατά θέμα ή όνομα συγγραφέα

2. μτφ, κατατάσσω ιδεολογικά, κομματικά, σε στιλ, βάζω ετικέτα, τυποποιώ, κατηγοριοποιώ

La actriz no quiere que la encasillen como la rubia tonta,

Η ηθοποιός δεν θέλει να την κατατάξουν σαν την χαζή ξανθιά,

Los críticos tienden a encasillar a los escritores jóvenes,

Οι κριτικοί τείνουν να κατηγοριοποιούν τους νέους συγγραφείς

3. ρμ, ραντ, βάζω σε κουτιά θυρίδες κάρτες, γράμματα, αντικείμενα, διανέμω,

La correspondencia se debe encasillar por departamentos,

Η αλληλογραφία πρέπει να διανεμηθεί ανά τμήμα

4. ραντ, encasillarse en, μτφ, σα να εν-κιβωτίζομαι σε κάτι= εγκλωβίζομαι σε, μπλέκομαι σε,

me encasillé en una aventura que ha resultado un fracaso,

μπλέχτηκα σε μια περιπέτεια που αποδείχθηκε μια αποτυχία,

No debemos encasillarnos en viejas costumbres,

Δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε σε παλιές συνήθειες

ή περιορίζομαι σε επάγγελμα, δραστηριότητα χωρίς εξέλιξη

encasillamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του encasillar, encasillarse, ταξινόμηση,

Se implementó un nuevo sistema para el encasillamiento de archivos,

Εφαρμόστηκε ένα νέο σύστημα για την ταξινόμηση των αρχείων

2. κατάταξη, καταχώρηση, τυποποίηση, el encasillamiento de un actor en un papel,

η τυποποίηση ενός ηθοποιού σε ένα ρόλο

3. περιορισμός, El encasillamiento profesional limita las oportunidades de carrera,

Ο επαγγελματικός περιορισμός περιορίζει τις ευκαιρίες καριέρας

encasillado, da 1. ε, πρχ εν-κασουλα> μέσα σε κουτιά= αρχειοθετημένος, -η, -o,

ταξινομημένος, -η, -o, Las cartas están encasilladas por orden alfabético,

Τα γράμματα είναι ταξινομημένα με αλφαβητική σειρά

2. μτφ, εγκλωβισμένος, -η, -ο, κατηγοριοποιημένος, -η, -ο,

El artista se quejó de estar encasillado siempre en el mismo tipo de música,

Ο καλλιτέχνης παραπονέθηκε ότι ήταν πάντα εγκλωβισμένος στο ίδιο είδος μουσικής

encasillado 1. α, γραμματοθυρίδα, la llave de la habitación está en el encasillado

Το κλειδί του δωματίου είναι στη γραμματοθυρίδα

casulla 1. θ, θρη, πρχ σαν οίκος= έμβλημα ιερέα, φαιλόνιο, εξωτερικό άμφιο ιερέα που τελεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας

casullero 1. α, θρη, κατασκευαστής, πωλητής ιερών άμφιων

casar πρχ κασάρω, πρχ οικίζω κάποιον= βάζω σε οίκο, σπιτώνω

1. ρμ, παντρεύω κάποιον, el cura nos casó, o παππάς μας πάντρεψε,

se ha muerto el alcalde que casó a mis padres,

πέθανε ο δήμαρχος που πάντρεψε τους γονείς μου,

casó a todas sus hijas antes de morir, πάντρεψε όλες τις κόρες του προτού πεθάνει

2. μτφ, κασάρω κάτι, βάζω στο σωστό κουτί= αντιστοιχώ, ταιριάζω, ενώνω,

casa las piezas, αντιστοίχισε τα κομμάτια

para completar el puzzle, tendrás que casar todas las piezas,

για να ολοκληρώσετε το παζλ, θα πρέπει να ενώσεις όλα τα κομμάτια μεταξύ τους

3. μτφ, ταιριάζω, συνδυάζω κάτι, τα παντρεύω σωστά,

sabe casar los colores, ξέρει να συνδυάζει τα χρώματα

estas piezas no casan, αυτά τα κομμάτια δεν ταιριάζουν

4. ρα, ραντ, παντρεύομαι, el hombre casó con una chica de San Sebastián,

ο άντρας παντρεύτηκε με μια κοπέλα από το Σαν Σεμπαστιάν,

se casan mañana, παντρεύονται αύριο,

¿Te quieres casar conmigo?, Θέλεις να παντρευτείς μαζί μου;

5. ρα, μτφ, ταιριάζω, πάω, El color del sofá no casa con la pintura de las paredes,

Το χρώμα του καναπέ δεν ταιριάζει με το χρώμα στους τοίχους,

El vino casa muy bien con este pescado, Το κρασί ταιριάζει πολύ καλά με αυτό το ψάρι

6. εκφ, antes que te cases mira lo que haces, πριν παντρευτείς κοίτα τι κάνεις =

σκέψου καλά πριν πράξεις

no casarse con nadie, δεν κασάρ-ομαι με κανέναν= δεν επηρεάζομαι από κανέναν,

sus padres intentaron aconsejarle, pero él no se casa con nadie,

οι γονείς του προσπάθησαν να τον συμβουλέψουν, αλλά αυτός δεν επηρεάζεται,

casarse de penalty, παντρεύομαι με πέναλτι= χυδ, παντρεύομαι λόγω εγκυμοσύνης

casarás y amansarás, θα παντρευτείς και θα δεις την γλύκα

casar 1. α, οικισμός

casorio 1. α, παντρειά

2. γαμήλιο γλέντι

3. βιαστικός γάμος

casado, da 1. ε, α θ, πρχ οικισμένο= παντρεμένος, -η, -o,

es un hombre casado, είναι παντρεμένος άντρας

los recién casados, οι νιόπαντροι

2. εκφ, el casado casa quiere, πρμ, ο παντρεμένος σπίτι θέλει= o καθένας τη δουλειά του

casado 1. α, τυπ, σελιδοθέτηση, σαν κασάρισμα σελίδας

casamentero, ra 1. ε, πρχ οικο-μοντάρω= σχετικός, -ή, -ó με παντρολογήματα, συνοικέσια,

παντρολογητικός, -ή, -ό, συνοικεσιακός, -ή, -ό, Me considero una persona casamentera,

Θεωρώ τον εαυτό μου ένα άτομο παντρολογητικό

2. α θ, παντρο-λογητής, -α, προξενητής, -α, La abuela era la casamentera oficial del pueblo,

Η γιαγιά ήταν η επίσημη προξενήτρα του χωριού

casamiento 1. α, γάμος, El casamiento se celebrará en la iglesia del pueblo,

Ο γάμος θα τελεστεί στην εκκλησία του χωριού

2. σνθ, casamiento desigual, κοινωνικά άνισος γάμος

casadero, ra 1. ε, πρχ οικισ-τερός, -ή, -ό, έτοιμος να οικιστεί= σε ηλικία γάμου

una muchacha casadera, μια κοπέλα σε ηλικία γάμου

descasar πρχ ξε-οικίζω ή ξε-κασάρω

1. ρμ, ακυρώνω το γάμο, En ese tiempo, solo la Iglesia podía descasar a las personas,

Εκείνη την εποχή, μόνο η Εκκλησία μπορούσε να ακυρώσει τους γάμους των ανθρώπων

2. χωρίζω ζευγάρι

3. (δια)χωρίζω δυο αντικείμενα

4. ξε-κασάρω= χαλάω αρμονία, ταίριασμα, ανακατεύω αντικείμενα, ξε-ταιριάζω,

¿Por qué descasaste las imágenes del collage? Γιατί ανακάτεψες τις εικόνες του κολάζ;

al unir las piezas descasó los cuadros de la falda,

όταν ένωσε τα κομμάτια, χάλασε τα τετράγωνα της φούστας

El elemento moderno descasó la atmósfera tradicional del lugar,

Το μοντέρνο στοιχείο χάλασε την παραδοσιακή ατμόσφαιρα του χώρου

5. ραντ, ακυρώνω το γάμο μου, παίρνω διαζύγιο, La pareja se descasó tras años de disputa,

Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο μετά από χρόνια διαμάχης

incasable 1. ε, αν-οίκιστος, -η, -ο, μη παντρεύσιμος, -η, -ο, που δεν μπορεί να παντρευτεί

2. που δεν θέλει τον γάμο

malcasar πρχ μελ(ανο)-παντρεύω

1. ρμ, κακοπαντρεύω, Su padre la malcasó con un político,

Ο πατέρας την κακοπάντρεψε με έναν πολιτικό

2. ραντ, κακοπαντρεύομαι, Lamento haberme malcasado tan joven,

Λυπάμαι που έχω κακοπαντρευτεί τόσο νέα

3. κακοπαντρεύομαι με άτομο κατώτερο των προσδοκιών

Sus padres no querían que se malcasara con alguien sin oficio,

Οι γονείς της δεν ήθελαν να κάνει κακό γάμο με κάποιον χωρίς επάγγελμα

malcasado, da 1. ε, κακοπαντρεμένος, -η, -o

2. κακοπαντρεμένος, -η, -o, με άτομο κατώτερο του

quicio πρχ κισιο> κάσα

1. α, μεντεσές πόρτας, παραθύρου, El quicio de la puerta estaba desgastado y chirriaba,

Ο μεντεσές της πόρτας ήταν φθαρμένος και έτριζε

2. δοκός πλαισίου πόρτας, παραθύρου

3. γωνία κάσας πόρτας-τοίχου εκεί που γυρίζει

4. εκφ, estar fuera de quicio, είμαι εκτός εαυτού (κάσας),

Estaba tan irritado que parecía fuera de quicio,

Ήταν τόσο οργισμένος που φαινόταν εκτός ελέγχου,

sacar a alguien de quicio, βγάζω κάποιον από τα ρούχα του, εκτός εαυτού,

sacar algo de quicio, κάτι με βγάζει εκτός εαυτού, κάνει έξω φρενών

Sus excusas ridículas me sacan de quicio,

Οι γελοίες δικαιολογίες του με βγάζουν εκτός εαυτού,

quicial 1. α, πρχ κισιαλ> κασούλι= ξύλινο μάνταλο πόρτας, παράθυρου

quicialera 1. θ, quicial

desquiciar πρχ ξε-κασώνω κάποιον, βγάζω από τον εαυτό του

1. ρμ, βγάζω από μεντεσέ πόρτα, παράθυρο, ξεχαρβαλώνω,

El carpintero desquició la puerta para arreglarla,

Ο ξυλουργός έβγαλε από τον μεντεσέ την πόρτα για να την επισκευάσει

2. βγάζω κάποιον εκτός εαυτού, από τα ρούχα του, mi amigo me desquicia con su tonterías,

ο φίλος μου με βγάζει από τα ρούχα μου με τις βλακείες του

3. συνταράσσω, συγκλονίζω ψυχικά, la muerte de su hermano le ha desquiciado,

ο θάνατος του αδερφού του τον έχει συνταράξει, συγκλονίσει

4. μτφ, χαλάω, el mal tiempo desquició nuestros planes para ir de excursión,

Ο κακός καιρός χάλασε τα σχέδια μας για να πάμε για πεζοπορία

5. μτφ, παρουσιάζω εκτός κάσας> αποδίδω σε κάτι άλλη σημασία, διαστρεβλώνω,

no debes desquiciar los hechos, no hay para tanto,

δεν πρέπει να διαστρεβλώνεις τα γεγονότα, δεν είναι και τόσο σημαντικό

estás desquiciando mis palabras a tu conveniencia,

διαστρεβλώνεις τα λόγια μου προς την βολή σου, όφελος

6. μτφ, αποσταθεροποιώ, αποδιοργανώνω, σα να βγάζω εκτός πλαισίου,

La pandemia desquició la economía mundial,

Η πανδημία αποσταθεροποίησε την παγκόσμια οικονομία

7. ραντ, μτφ, για άτομο, βγαίνω από τα ρούχα μου ή τρελαίνομαι, μου γυρίζει το μυαλό,

Me desquicié cuando vi a mi novio besando a mi mejor amiga,

Μου γύρισε το μυαλό όταν είδα τον φίλο μου να φιλάει την καλύτερή μου φίλη

ή για κατάσταση, ξεφεύγω, La situación se desquició, y tuvo que intervenir la policía,

Η κατάσταση ξέφυγε και χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία

8. ξεχαρβαλώνομαι για πόρτα, παράθυρο

desquiciamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desquiciar, desquiciarse

2. αναστάτωση, ταραχή σε κοινωνία, αξίες, αποσταθεροποίηση,

La huelga provocó un desquiciamiento total en el transporte,

Η απεργία προκάλεσε πλήρη αποσταθεροποίηση στις μεταφορές

desquiciado, da 1. ε, αναστατωμένος, -η, -ο, δια-ταραγμένος, -η, -o,

vivimos en un mundo desquiciado, ζούμε σε έναν διαταραγμένο κόσμο

2. ξε-κασωμένος= αστήρικτος, -η, -ο ψυχικά,

después de perder su trabajo, mi amigo quedó desquiciado,

αφ’ ότου έχασε την δουλειά του, ο φίλος μου έμεινε αστήρικτος

3. εκφ, tener a alguien desquiciado, βγάζω κάποιον εκτός εαυτού, από τα ρούχα του

desquiciante 1. ε, εξοργιστικός, -ή, -ό, palabras desquiciantes, λόγια εξοργιστικά

enquiciar 1. ρμ, εν-κασώνω πόρτα, παράθυρο= τοποθετώ στους μεντεσέδες,

El carpintero vino a enquiciar la puerta que se había salido,

Ο μαραγκός ήρθε να τοποθετήσει στους μεντεσέδες την πόρτα που είχε βγει

2. μτφ, βάζω σε τάξη, σειρά, consiguió enquiciar sus asuntos,

κατάφερε να βάλει σε σειρά τις υποθέσεις του

El acuerdo ayudó a enquiciar el sistema político,

Η συμφωνία βοήθησε να μπει σε τάξη το πολιτικό σύστημα

resquicio πρχ ρε-σκισιο> περι-σκιστο, πρχ παρα-κάσας> χαραμάδα, σχισμή

1. α, σχισμή σε κάτι, el resquicio de la roca, η σχισμή του βράχου

2. σχισμή μεταξύ πόρτας-κάσας, χαραμάδα, entra frío por el resquicio de la puerta,

μπαίνει κρύο από τη χαραμάδα της πόρτας

3. άνοιγμα πόρτας, los vio por el resquicio de la puerta,

τους είδε από το άνοιγμα της πόρτας

4. μτφ, σχισμή, χαραμάδα, ίχνος ελπίδας για κάτι, ελάχιστη πιθανότητα για κάτι,

¿hay alguna posibilidad, algún resquicio para que te contraten en esa empresa?

υπάρχει κάποια πιθανότητα, κάποια χαραμάδα για να σε προσλάβουν σε αυτή την εταιρία;

5. μτφ, ευκαιρία, Siempre busca un resquicio para criticar el trabajo de los demás,

Πάντα ψάχνει μια ευκαιρία για να κριτικάρει τη δουλειά των άλλων

Scroll to Top