CARENA= ΠΡΧ ΚΑΡΕΝΑ, ΚΑΡΙΝΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
carena 1. θ, ναυ, καρένα, καρίνα, τρόπιδα
2. τροπισμός μηχανής, αμαξιού, carena de moto, coche
3. μτφ, πρχ καρ-ενα> κορ-οϊδία, σαρκασμός, sufrir carena, να υπομένεις κοροϊδία
carenado 1. α, τροπισμός
carenar 1. ρμ, επισκευάζω την καρίνα σε σκάφος, παλαμίζω, πλαγιάζω σκάφος για επισκευή της γάστρας
2. τροπίζω, καρενάρω, δίνω αεροδυναμική γραμμή σε μηχανή, αμάξι
carenero 1. α, ναυ, πρχ καριν-αριο= καρνάγιο, τροπιστήριο
cariocinesis 1. θ, βιο, καρυοκίνηση, μίτωση
cariofilácea 1. θ, βοτ, κρυοφυλλίδα
cariópside 1. θ, βοτ, καρύοψη
cariotipo 1. α, βιο, καρυότυπος
corozo 1. α, βοτ, κορόζο, ατάλεια η κοχούνη
corojo 1. α, βοτ, κορόζο, ατάλεια θηλ η κοχούνη
carozo 1. α, κοτσάνι καλαμποκιού
eucariota, eucarionte 1. ε, α, ευκαρυωτικός, -ή, -ó, ευκαρυώτης
gariofilea 1. θ, βοτ, καρυοφίλι, γεύστον το αστικόν
garulla 1. θ, πρχ κάρυα= ρώγα σταφυλιού
2. οικ, μτφ, πλήθος, κοσμοσυρροή