CARDO= ΠΡΧ ΚΑΡΔΟΣ ΚΝΙΚΟΣ> ΣΤΑΥΡ-ΑΓΚΑΘΟ, ΠΡΧ ΚΑΡΔΟ> ΑΚΑΝΘΟ, ΠΡΧ ΚΑΡΔΑ> ΑΚΙΔΑ,
ΠΡΧ ΞΕ-ΣΚΑΡΤΑΡΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
carda πρχ ξεσ-καρτά-ρισμα στο μαλλί ή άκανθος, αγκάδι> -θι,
δόντια σε λανάρι σαν αγκάθια ή ακίδα, πρχ ακίδι-σμα
1. θ, πέρασμα απο ακίδα= λανάρισμα, ξάνση, La carda prepara la lana para el hilado,
Η ξάνση προετοιμάζει το μαλλί για το νήμα
2. λανάρι, χάρτζι
3. φύλλο νεράγκαθου
4. οικ, μτφ, πρχ καρδα> κατσάδα ή κάρτα> επίπληξη, ¡menuda carda se llevó!
πωπω κατσάδα που έφαγε!
cardar 1. ρμ, πρχ περνάω απο ακίδα= λαναρίζω μαλλί, Cardamos la lana a mano, y así logramos una hebra más suave, Λαναρίζουμε το μαλλί με το χέρι, και έτσι πετυχαίνουμε μια πιο απαλή κλωστή
2. για μαλλί, κρεπάρω
cardado 1. α, λανάρισμα
2. κρεπάρισμα, ξάσιμο
cardador, ra 1. α θ, λαναράς
cardador 1. α, ζωλ, σκολόπενδρα
cardadura 1. θ, λανάρισμα
cardo πρχ κάρδος ή ακίδα, άκανθος
1. α, βοτ, αγριαγκινάρα
2. βοτ, γαϊδουράγκαθο
3. οικ, μτφ, για άτομο, ασχημάντρας, -μούρα, σκυλομούρης, -ρα
le costará encontrar novia porque es un cardo,
θα δυσκολευτεί να βρει φίλη γιατί είναι ασχημάντρας
4. οικ, μτφ, για άτομο, ακιδω-τός= ακοινώνητος, στριφνός, τοξικός,
Mi compañera de trabajo es un cardo y no nos llevamos bien,
Η συνάδελφος μου είναι τοξική και δεν τα πάμε καλά
5. σνθ, cardo ajonjero, aljonjero, βοτ, καρλίνα
cardo borriquero, γαϊδουράγκαθο
cardo cabrero, βοτ, κάρδος
cardo corredor, setero, βοτ, ερΰγγιο
cardo mañano, βοτ, γαϊδουράγκαθο
6. εκφ, ser un cardo borriquero, μτφ, είναι ενα ακανθο βαρύ= είμαι πανάσχημος
ή είμαι ακοινώνητος
cardizal 1. α, καρδό-τοπος= τόπος με γαϊδουράγκαθα
cardón 1. α, λανάρι
2. λανάρισμα
cardoncillo 1. α, βοτ, κάρδος, γαϊδουράγκαθο
cardelina 1. θ, πτηνό καρδερίνα
cardencha 1. θ, φυτό, νεράγκαθο, δίψακος
2. λανάρι
cardenillo 1. α, πατίνα
cárdeno, na πρχ κάρδος= γαιδουρ-άγκαθο και τις ιδιότητες του
1. ε, για χρώμα, σαν κάρδος, καρδένιο= μαβής, -ιά, -ύ, μωβ, μπλάβος, -ιά, -ό
2. για ταύρο, ασπρόμαυρος, -η, -ο
3. για νερό, που ιριδίζει, πρχ κ-αρδενιο= ιριδίζων
acardenalar 1. ρμ, καρδενιάζω> δίνω χρώμα κάρδου> μωβ= μωλωπίζω
2. ραντ, γεμίζω μελανιές
cardillo 1. α, βοτ, πρχ σ-καρδιλιο= σκό-λυμος o ισπανικός, ασκόλυμπρος
carlina 1. θ, βοτ, καρλίνα
escarda 1. θ, αγρ, σαν ξ-εσκαρτά-ρισμα χλόης, βοτάνων, βοτάνισμα
2. πρχ ξ-εσκαρτάρι= σκαλιστήρι
escardadura 1. θ, αγρ, βοτάνισμα
escardadera 1. θ, σκαλιστήρι, φυτευτήρι
escardador, ra 1. α θ, σκαλιστής, βοτανιστής
escardar 1. ρμ, αγρ, ξ-εσκαρτάρω χλόη, βότανα, βοτανίζω, ξεχορταριάζω,
escardar los parterres, ξεχορταριάζω τα παρτέρια,
escardó el jardín de malas hierbas, καθάρισε τον κήπο από τα ζιζάνια
2. μτφ, ξεσκαρτάρω απο σύνολο, ξεδιαλέγω, διαχωρίζω,
escardar los documentos, ξεσκαρτάρω τα έγγραφα
escardilla 1. θ, σκαλιστήρι
escardillar 1. ρμ, ξ-εσκαλίζω= βοτανίζω
escardillo 1. α, σκαλιστήρι
2. βοτ, άνθος γαϊδουράγκαθου
3. μτφ, αντανάκλαση ήλιου, escardillo de sol, σαν ακιδούλα> ακτινούλες
carmenar 1. ρμ, ξαίνω, λαναρίζω
carmenador 1. α, λαναράς
2. λανάρι
carmenadura 1. θ, λανάρισμα, ξάσιμο
carminativo, va 1. ε, ιατ, αναφυσώδης, -ης, -ες
carminativo 1. α, ιατ, άφυσον, αναφυσώδες
cardamina 1. θ, βοτ, καρδαμίνη
cardamomo 1. α, καρδάμωμο
cardume 1. α, πρχ συν-ορδη-μα= κοπάδι ψαριών
cardumen 1. α, κοπάδι
Cardona 1. ονο, εκφ, ser más listo que Cardona, είμαι πιο γάτος απο Καρδονα=
είμαι ατσίδας
carricero 1. α, ζωλ, ποταμίδα, τσιχλοποταμίδα
2. σνθ, carricero tordal, τσιχλοποταμίδα
carrizal 1. α, βοτ, καλαμώνας, μτφ αγκάθια κάρδου σαν καλάμια
carrizo 1. α, βοτ, αγρικάλαμο, καλάμι το λιμνοδίαιτο, γυνέριο, γυνεκαίριο το αργυρόχουν, κορταδερία
garzo, za 1. ε, λγτ, για μάτια, ojos, πρχ γαρζο> γαλάζιο= γαλαζωπός, -ή, -ó
2. για άτομο, γαλανομάτης, -α, -ικο, muchacha garza, κοπέλα γαλανομάτα
garzo 1. α, βοτ, πρχ αγαρικό
tagarnina 1. θ, φυτό, πικραλίδα, ασκρόλιμπος, σκολίμπρι, ασπράγκαθο
2. οικ, μτφ, πρχ ταγα-ρνινα> σ-τουγα-> στούκας= πούρο κακής ποιότητας