CARIBE= ΠΡΧ ΚΑΡΑΙΒΙΚΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Caribe 1. ονο, Καραϊβική
Caribe 1. ε, καραϊβικός, -ή, -ό
2. α θ, Ινδιάνος, Ινδιάνα Καραϊβικής
3. α, καραϊβική γλώσσα
caribeño, ña 1. ε, καραϊβικός, -ή, -ó
2. α θ, γηγενής, κάτοικος Καράίβικής
cariba 1. θ, τροπικό δροσιστικό απεριτίφ από χυμό της μανιόκα