CAMINO= ΠΡΧ ΚΕΙΜΕΝΟ> ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΕΙΤΑΙ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩ> ΔΡΟΜΟΣ,
ΧΑΜΩ, ΧΑΜΑΙ> ΔΡΟΜΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
camino πρχ χάμω= δρόμος
1. α, δρόμος, van a asfaltar el camino, θα ασφαλτώσουν τον δρόμο
2. μονοπάτι, este camino conduce al río, αυτό το μονοπάτι οδηγεί στο ποτάμι
3. δρόμος σαν διαδρομή, en el camino a la casa hay un supermercado,
στο δρόμο για το σπίτι υπάρχει ένα σουπερμαρκετ,
voy por el camino más corto, πάω από τον πιο σύντομο δρόμο
equivocarse de camino, κάνω λάθος στο δρόμο
4. μτφ, ταξίδι, δρόμος, me espera un largo camino, με περιμένει μακρύ ταξίδι
todavía nos queda mucho camino por delante, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας
5. δρόμος σαν τρόπος να πετύχω κάτι, μέσο, el camino para ser rico es la codicia,
το μέσο για να γίνεις πλούσιος είναι η απληστία
6. μτφ, δρόμος, el camino de la gloria, o δρόμος της δόξας
7. σνθ, camino asendereado, πολυσύχναστος δρόμος
camino carretero, carretil, de ruedas, καρρό-δρομος
camino de acceso, οδός προσπέλασης
camino de cabras, κατσικό-δρομος
camino de grava, δρόμος με αμμοχάλικο
camino de herradura, μουλαρόδρομος
camino de mesa, σεμέν
camino trillado, μτφ, δρόμος τριλατούμενος= πεπατημένη
camino vecinal, αγροτικός δρόμος
camino de ronda, μονοπάτι περιπολίας πάνω στα τείχη
camino de sirga, παρόχθια ατραπός ρυμούλκησης
camino real, βασιλική οδός, κεντρική οδός ή συντομότερος δρόμος
Caminos, Canales y Puertos, επάγγελμα, επιστήμη πολιτικού μηχανικού
8. εκφ, abrirse camino, ανοίγω δρόμο καθώς περπατώ
ή μτφ, παίρνω το δρόμο μου στην ζωή
a camino largo, paso corto, όποιος βιάζεται σκοντάφτει
allanar el camino, πλανάρω= στρώνω το δρόμο, προετοιμάζω το έδαφος
a medio camino, a la mitad del camino, στα μισά του δρόμου
atravesarse, cruzarse en el camino de alguien, κροσάρω= μπαίνω στο δρόμο κάποιου
camino de, δρόμο προς= κατεύθυνση προς, vamos camino de España,
κατευθυνόμαστε προς τη Ισπανία
ή στο δρόμο για, πηγαίνοντας, camino de la casa lo encontramos,
στο δρόμο για το σπίτι τον συναντήσαμε
de camino, στο δρόμο, me pilla de camino, είναι στο δρόμο μου
ή μια που είσαι στο δρόμο= με την ευκαιρία, ve a la tienda y, de camino, tráeme un helado,
πήγαινε στο μαγαζί, και με την ευκαιρία, φέρε μου ενα παγωτό
dejar en el camino, αφήνω στο δρόμο
deshacer el camino, ανατρέχω, γυρνώ πίσω
el camino del infierno está empedrado de buenas intenciones,
o δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις
el camino de Santiago, o δρόμος των προσκυνητών του Αγίου Ιακώβου
enseñar el camino, δείχνω το δρόμο
errar el camino, παίρνω λάθος δρόμο σε ταξίδι ή μτφ στην ζωή
estar en camino, είμαι στο δρόμο
hacer volver al buen camino, επαναφέρω στον ίσιο δρόμο
indicar el camino a alguien, δείχνω σε κάποιον το δρόμο
ir por buen, mal camino, είμαι στο σωστό, λάθος δρόμο
ir por su camino, o καθένας πάει= παίρνει το δρόμο του
llevar buen camino, είμαι στο σωστό δρόμο
llevar camino de hacer algo, κοντεύω να κάνω, πετύχω κάτι
llevar, ir camino de, μτφ, κυρ, οδεύω για
no ser algo un camino de rosas, o δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα
ponerse en camino, με βάζω στον δρόμο= ξεκινώ
salirle a alguien al camino, πηγαίνω να προϋπαντήσω κάποιον
seguir alguien su camino, συνεχίζω το δρόμο μου
todos los caminos llevan, van a Roma, πρμ, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη
tomar el camino más largo, παίρνω τον πιο μακρύ, δύσκολο δρόμο, πηγαίνω μέσω Λαμίας
camino 1. α, μτφ, βήματα στο μπάσκετ
2. εκφ, hacer camino, κάνω βήματα
caminata 1. θ, μεγάλος περίπατος, πεζοπορία, estoy cansado por la caminata,
είμαι κουρασμένος από την πεζοπορία
2. απόσταση, περπάτημα, hay una buena caminata hasta la casa,
έχει αρκετό περπάτημα μέχρι το σπίτι
3. εκφ, darse una caminata, κάνω ένα μεγάλο περίπατο
caminero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με δρόμο, οδικός, -ή, -ό,
El kilómetro cero es el corazón del sistema caminero de nuestro país,
Το χιλιόμετρο μηδέν είναι η καρδιά του οδικού συστήματος της χώρας μας
2. α, peón caminero, εργάτης σε έργα δρόμου, los peones camineros trabajaban al sol,
οι εργάτες σε έργα δρόμου δούλευαν στον ήλιο
caminante 1. α θ, περιπατητής, -ια, οδοιπόρος, που περπατά,
llegan peregrinos caminantes de todas las partes del mundo,
φτάνουν προσκυνητές οδοιπόροι απο όλα τα μέρη του κόσμου
caminar 1. ρα, για άτομο, ζώο, περπατώ, βαδίζω, voy al trabajo caminando,
πάω στην δουλειά περπατώντας,
me gusta caminar, μου αρέσει να περπατώ
2. μτφ, για ποτάμι, κυλώ, διασχίζω, el río camina por el valle hacia la bahía,
o ποταμός διασχίζει την κοιλάδα μέχρι τον κόλπο
3. ρμ, περπατώ απόσταση, διανύω, camina tres kilómetros diarios,
περπατά 3 χιλιόμετρα καθημερινά
4. caminar hacia, μτφ, βαδίζω προς, camina hacia la muerte, βαδίζει προς τον θάνατο
encaminar εν-κείμενο θέτω= βάζω σε, δείχνω τον δρόμο
1. ρμ, δείχνω τον δρόμο, Antes de irte, ¿podrías encaminarnos hacia el centro comercial? Πριν φύγεις, θα μπορούσες να μας δείξεις το δρόμο, κατευθύνεις προς το εμπορικό κέντρο;
unos lugareños nos encaminaron, μερικοί ντόπιοι μας έδειξαν τον δρόμο
2. μτφ, κατευθύνω κάποιον, καθοδηγώ, su padre lo encaminó a la vida espiritual,
o πατέρας του τον κατεύθυνε προς την πνευματική ζωή
3. βάζω σε δρόμο, πορεία μια προσπάθεια, ενδιαφέρον, τείνω προς μια κατεύθυνση, αποσκοπώ, στρέφω, προσανατολίζω, encaminó sus esfuerzos a obtener el empleo,
έστρεψε τις προσπάθειες για να πάρει την δουλειά,
las medidas están encaminadas a reducir la violencia,
τα μέτρα αποσκοπούν στη μείωση της βίας
4. ραντ, κατευθύνομαι προς σημείο, se encaminó hacia la ciudad, κατευθύνθηκε στην πόλη
5. encaminarse a, κατευθύνομαι προς, encaminarse a la sala, κατευθύνθηκε προς την σάλα 6. εκφ, ir bien, mal encaminado, πάω, είμαι σε καλό, κακό δρόμο
encaminamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του encaminar,
2. πορεία προς ένα χώρο
3. μτφ, δρόμος συνείδησης, πορεία σκέψης, encaminamiento de conciencia
4. αποστολή, προώθηση ταχυδρομείου, μηνύματος, encaminamiento de correo, mensaje
5. καθοδήγηση ατόμου
encaminador 1. α, πλφ, δρομολογητής, ρούτερ
descaminar πρχ ξε-δρομίζω> ξεστρατίζω
1. ρμ, σε εκδρομή, βγάζω απο δρόμο, αποπροσανατολίζω, οδηγώ ή κατευθύνω λάθος
El hombre al que le pedimos indicaciones nos descaminó, y perdimos mucho tiempo,
Ο άνθρωπος στον οποίο ζητήσαμε οδηγίες μας αποπροσανατόλισε, και χάσαμε πολύ χρόνο
2. μτφ, βγάζω απο τον ηθικό, σωστό δρόμο, ξεστρατίζω κάποιον,
aquellas compañías descaminaron su vida,
εκείνες οι παρέες τον έβγαλαν απο τον σωστό δρόμο στην ζωή
3. ραντ, σε εκδρομή, χάνομαι, αποπροσανατολίζομαι,
el viajero se descaminó para ver la ermita, ο ταξιδιώτης ξεστράτισε για να δεί το ερημητήριο
4. μτφ, ξεστρατίζω ηθικά
descamino 1. α, μτφ, λάθος πράξη ή λόγια άστοχα
2. ξεστράτισμα σε εκδρομή, αποπροσανατολισμός
3. ξεστράτισμα ηθικό
descaminadamente 1. επρ, άστοχα, άκαιρα, λανθασμένα
descaminado, da 1. ε, χαμένος, -η, -ο, αποπροσανατολισμένος, -η, -ο,
los excursionistas están descaminados, οι εκδρομείς είναι χαμένοι
2. για λόγια, πράξη, ξεστρατισμένος, -η, -ο, άστοχος, -η, -o, λανθασμένος, -η, -ο,
no andas descaminado en tus conjeturas, δεν βαδίζεις λανθασμένος στις εικασίες σου