CAMELLO= ΠΡΧ ΚΑΜΗΛΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
camella 1. θ, θηλυκή καμήλα
camello 1. α, καμήλα, La caravana de camellos cruzó el desierto,
Το καραβάνι με καμήλες διέσχισε την έρημο
2. οικ, μτφ, σαν καμήλα φέρει ναρκωτικά= έμπορος ναρκωτικών, βαποράκι
La policía arrestó al camello que vendía heroína en el callejón,
Η αστυνομία συνέλαβε τον έμπορο ναρκωτικών που πουλούσε ηρωίνη στο στενό
3. ναυ, μτφ, πλωτήρας ανέλκυσης
acamellado, da 1. ε, καμηλίσιος, -α, -o
camélido 1. α, ζωλ, καμηλίδα
camellero, ra 1. α θ, καμηλιέρης, καμηλιέρισσα
camellear 1. ρα, μτφ, εμπορεύομαι ναρκωτικά
camelote 1. α, ύφασμα καμιλό
gamella 1. θ, μτφ, σαν καμπούρα καμήλας το σχήμα (U) = ταΐστρα, ποτίστρα ζώων
2. μτφ, σκάφη
3. μτφ, τόξο που σχηματίζεται σε κάθε άκρη του ζυγού των βοδιών
camellón 1. α, αγρ, σαν καμπούρα καμήλας τα αναχώματα= τρόπος καλλιέργειας εδαφών στη λίμνη Τιτικάκα, μέθοδος καλλιέργειας με αναχώματα