CAMISA

CAMISA = ΠΡΧ ΠΟΥ-ΚΑΜΙΣΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

camisa πρχ που-κάμισο

1. θ, πουκάμισο, La corbata del director no combinaba con la camisa,

Η γραβάτα του διευθυντή δεν ταίριαζε με το πουκάμισο του,

ή γυναικεία μπλούζα από ύφασμα, χωρίς γιακά, καλύπτει μέχρι το πάνω μέρος του μηρού

2. μτφ, δέρμα φιδιού, πουκάμισο, camisa de serpiente

3. μτφ, φλοιός, φλούδα καρπού, όσπριου, la camisa de la almendra,

ο φλοιός του αμυγδάλου

4. μτφ, κάλυμμα βιβλίου, εξώφυλλο, cada volumen tiene una camisa de un color diferente,

κάθε τόμος έχει ένα εξώφυλλο διαφορετικού χρώματος

5. μτφ, τχν, περίβλημα, επένδυση, La corrosión perforó la camisa del cilindro del motor,

Η διάβρωση διάτρησε την επένδυση του κυλίνδρου του κινητήρα

6. μτφ, κονίαμα, σοβάς τοίχου

7. σνθ, camisa de dormir, νυχτικό

camisa de fuerza, ζουρλο-μανδύας

8. εκφ, cambiarse, mudarse de camisa, μτφ, αλλάζω που-κάμισο=

αλλάζω ιδεολογικά, παράταξη, κόμμα

dejar a alguien sin camisa, μτφ, αφήνω κάποιον άνευ πουκαμίσου= στην ψάθα,

el negocio la dejó sin camisa, η επιχείρηση τον άφησε στην ψάθα

jugarse alguien hasta la camisa, σε τζόγο, παίζει μέχρι και το πουκάμισο, εθισμένος

empeñar hasta la camisa, μτφ, βάζω μέχρι και το πουκάμισο=

θυσιάζω τα πάντα για να πετύχω κάτι

camisería 1. θ, πουκαμισερί, πουκαμισάδικο

camisero, ra 1. ε, σχετικός με πουκάμισο, πουκαμίσιος, -α, -ο, του πουκάμισου,

Los botones camiseros están en el costurero,

Τα κουμπιά του πουκάμισου βρίσκονται στο κουτί ραπτικής

2. για ρούχο με χαρακτηριστικά σαν πουκάμισο= πουκαμισάτος, -ο, -η, vestido camisero,

φόρεμα πουκάμισο, σεμι-(πουκαμι)ζιέ

3. α θ, άτομο που πουλάει ή φτιάχνει πουκάμισα, μπλούζες, πουκαμισάς, -ού

camiseta πρχ που-καμισ-άκι

1. θ, φανελάκι, Debes llevar una camiseta debajo de tu camisa,

Πρέπει να φοράς ένα φανελάκι κάτω από το πουκάμισο σου

2. κοντομάνικη μπλούζα, Me gusta llevar camisetas con vaqueros,

Μου αρέσει να φοράω μπλουζάκια με τζιν

3. αθλητική φανέλα, La camiseta del equipo es blanca y azul,

Η φανέλα της ομάδας είναι λευκή και μπλε

4. εκφ, defender la camiseta, υπερασπίζομαι τη φανέλα,

sudar la camiseta, ιδρώνω τη φανέλα

camisola 1. θ, καμιζόλα

2. φανέλα αθλητική

camisolín 1. α, προ-στήθιο

camisón 1. α, νυχτικό, la chica se puso el camisón de algodón y se metió en la cama,

το κορίτσι φόρεσε το βαμβακερό νυχτικό της και χώθηκε στο κρεβάτι

canesú πρχ που-καμι-σου> κανε-σου

1. α, κασκορσές

2. αμάνικο κορσάζ φορέματος

descamisado, da πρχ δεν-έχει-πουκάμισο= ξε-που-καμισατο

1. ε, χωρίς πουκάμισο, μπλούζα, γυμνός, -ή, -ό στο πάνω μέρος του σώματος,

no le dejaron por ir descamisado, δεν τον άφησαν γιατί δεν φορούσε πουκάμισο,

El líder de la banda siempre sale al escenario descamisado,

Ο αρχηγός της μπάντας ανεβαίνει πάντα στη σκηνή χωρίς μπλούζα

2. με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι, Pablo fue a la boda descamisado,

Ο Πάμπλο πήγε στον γάμο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι

3. με ξεκούμπωτο το πουκάμισο

4. μτφ, υτμ, ξε-πουκάμισος= φτωχός, -ή, -ό, ρακένδυτος, -η, -ο,

Un hombre descamisado, Ένας ρακένδυτος άνδρας

5. α θ, κουρελιάρης, -α, Vimos a unos niños descamisados mendigando en la calle,

Είδαμε μερικά παιδιά κουρελιάρικα να ζητιανεύουν στο δρόμο

descamisar πρχ ξε-πουκαμισώνω

1. ρμ, αφαιρώ το φλοιό από το καλαμποκιού

encamisar 1. ρμ, ραντ, φορώ πουκάμισο, antes de salir de su casa se encamisó,

πριν φύγει από το σπίτι του, φόρεσε το πουκάμισο του

2. ρμ, βάζω ένα αντικείμενο μέσα σε μια θήκη

3. ρμ, στρ, κάνω έφοδος βραδινή, encamisada

4. μτφ, αλλάζω όψη σε κάτι για να μην φανεί η αληθινή του διάσταση, σαν πουκάμισο,

επικαλύπτω, παρουσιάζω αλλιώς, encamisó los hechos para evitar el castigo,

επικάλυψε, άλλαξε τα γεγονότα για να αποφύγει την τιμωρία

encamisada 1. θ, στρ, έφοδος βραδινή με πουκάμισο λευκό για να μην μπερδεύονται με τον εχθρό

Scroll to Top