CAFRE= ΠΡΧ ΚΑΦΡΟΣ> ΑΓΡΟΙΚΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cafre 1. ε, α θ, βάρβαρος, -η, -o, απάνθρωπος, -η, -o, ζώον,
No entiendo por qué es tan cafre. Viene de una buena familia,
Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο ζώον. Προέρχεται από μια καλή οικογένεια
2. αγενής, -ές, -ή, άξεστος, -η, -o, ¡No seas tan cafre y ábrele la puerta a la señora!
Μην είσαι τόσο άξεστος και άνοιξε την πόρτα στην κυρία!
3. αγροίκος, αγροίκα