CAER= ΠΡΧ ΚΑΕΡ> ΚΑΘ-ΙΗΜΙ> ΚΑ-ΘΟΜΑΙ, ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΟΜΑΙ, ΠΕΦΤΩ,
ΠΡΧ ΚΑΤΩ, ΠΡΧ ΚΑΣΟ> ΝΑ ΚΑ(ΘΙ)ΣΩ, ΚΑΤΣΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
caso πρχ να κα(θι)σω, κάτσω ή κάζο= αυτό που κάθεται, πέφτει σε κάποιον, συμβάν
1. α, συμβάν, γεγονός, me contó el caso del chico desaparecido,
μου διηγήθηκε το συμβάν με το εξαφανισμένο παιδί
El caso es que si termina sus estudios tiene mayor posibilidad de conseguir empleo,
Το γεγονός είναι ότι αν τελειώσει τις σπουδές του έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να βρει δουλειά
2. περίπτωση, es un caso extraño, είναι μια περίπτωση παράξενη
¿Saben qué hacer en caso de un temblor? Ξέρετε τι να κάνετε σε περίπτωση σεισμού;
3. κάτι που τυχαίνει απροσδόκητα, ανάγκη, si llega el caso, lo haré,
αν έρθει η ανάγκη, θα το κάνω
4. πρόβλημα, ερώτηση που τυχαίνει, en el examen habrá un caso práctico,
στο διαγώνισμα θα έχει μια ερώτηση πρακτική
5. ιατ, πρχ κ(ρ)ασο> κρούσ-μα, de momento hay tres casos de cólera,
αυτή την στιγμή έχει 3 κρούσματα χολέρας
6. γρμ, πτώση, El húngaro es una lengua aglutinante que cuenta con muchos casos,
Τα ουγγρικά είναι μια συγκολλητική γλώσσα που έχει πολλές πτώσεις
7. νομ, υπόθεση, La abogada ha estudiado el caso durante un mes y todavía no tiene una solución, Η δικηγόρος έχει μελετήσει την υπόθεση εδώ και ένα μήνα και ακόμα δεν έχει βρει λύση
8. σνθ, caso clínico, κλινικό περιστατικό
caso de conciencia, συνειδησιακό πρόβλημα
caso fortuito, τυχαίο συμβάν
caso judicial, δικαστική υπόθεση
caso oblicuo, recto, γρμ, πλάγια πτώση, ευθεία πτώση
9. εκφ, caso de fuerza mayor, περίπτωση ανωτέρας βίας
dado el caso, διδόμενη= σ’ αυτή την περίπτωση, puede que venga, dado el caso, dímelo μπορεί να έρθει, σ’ αυτή την περίπτωση, πες το μου
dado el caso de que, σε περίπτωση που, dado el caso de que venga, lo haremos,
σε περίπτωση που έρθει, θα το κάνουμε
darse el caso (de que), δίνεται η περίπτωση> τυχαίνει ή συμβαίνει,
rara vez se da el caso de que empaten tres equipos,
είναι σπάνια να τυχαίνει, η περίπτωση τρεις ομάδες να είναι ισόπαλες
en caso afirmativo, σε περίπτωση θετικής απάντησης
en caso contrario, στην αντίθετη περίπτωση
en caso de, σε περίπτωση που
en caso de emergencia, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης
(en) caso (de) necesidad, σε περίπτωση ανάγκης
en cualquier caso, εν πάση περιπτώσει, όπως και να ’χει,
en cualquier caso, debemos hacerlo, όπως και να’ χει, πρέπει να το κάνουμε
en todo caso, εν πάση περιπτώσει
en el peor de los casos, στη χειρότερη περίπτωση
en ese, este, tal caso, σε αυτή την περίπτωση, σε παρόμοια περίπτωση,
en tal caso, no hay más que actuar, σε παρόμοια περίπτωση, δεν έχεις παρά να ενεργήσεις
en tu, su caso, στη θέση του, σου, του, κλπ, yo en tu caso no lo haría,
εγώ στην θέση σου δεν θα το έκανα
en último caso, en caso extremo, στην έσχατη περίπτωση
hacer al caso, συνάδω με την περίπτωση, tu comentario no hace al caso,
το σχόλιό σου δεν συνάδει με την περίπτωση, το σχόλιο σου είναι άτοπο
hacer caso, πρχ κάνω καθισιό σε κάτι= υπακούω, hazle caso a tu madre,
κάνε ότι σου λέει η μαμά σου
ή δίνω προσοχή, προσέχω, hazme caso porfavor, δώσε μου προσοχή παρακαλώ
hacer caso de algo, λαμβάνω υπ’ όψιν μου
hacer caso omiso de algo, κάνω καθισιό πρχ μισό σε κάτι= απαξιώ, δεν λαμβάνω υπ’ όψιν llegado el caso ή si llega el caso, αν προκύψει ανάγκη, αν χρειαστεί
lo mejor del caso, το καλύτερο, το πιο ωραίο της υπόθεσης
ni caso, ούτε λόγος να γίνεται
no venir al caso, δεν βαίνει στην περίπτωση= είναι άσχετο,
tu comentario no viene al caso, το σχόλιο σου είναι άσχετο
poner por caso, θέτω ως περίπτωση= υποθέτω, pongamos por caso que te toca la lotería,
ας υποθέσουμε πως σου τυχαίνει το λόττο
ponerse en el caso de alguien, μπαίνω στην θέση κάποιου
ser un caso (clínico), είναι μια παθολογική περίπτωση
ser un caso (perdido), είναι (χαμένη) περίπτωση
ser un caso, για άτομο, θετικά ή αρνητικά, είναι περίπτωση,
es un caso, se niega a ir con corbata, είναι περίπτωση, αρνείται να πάει με γραβάτα
verse en el caso de hacer algo, με βλέπω στην περίπτωση= υποχρεούμαι να κάνω κάτι,
si me veo en el caso de tener que dimitir, lo haré, αν πρέπει να παραιτηθώ, θα το κάνω
casus belli 1. α, περί-πτωση πολ-έμου= αιτία πολέμου
casuista 1. ε, α θ, καζουιστικός, -ή, -ό, καζουιστής, -ια
casuística 1. θ, καζουιστική
casuístico, ca 1. ε, καζουιστικός, -ή, -ó
casual πρχ κασουαλ> ό, τι κάτσει= που συμβαίνει τυχαία ή να κάτσω
1. ε, τυχαίος, -α, -ο, απροσδόκητος, -η, -ο, un encuentro casual, μια τυχαία συνάντηση
un hallazgo casual, ένα απροσδόκητο εύρημα
Fue un descubrimiento casual, pero me han dado el mérito,
Ήταν μια τυχαία ανακάλυψη, αλλά μου έχουν αποδοθεί τα εύσημα
2. γρμ, πτωτικός, -ή, -ό, desinencia casual, πτωτική κατάληξη
3. εκφ, por un casual, οικ, κατά τύχη, τυχαία, si por un casual vas, dimelo,
αν κατά τύχη πάς, πες το μου
casualidad 1. θ, πρχ ό, τι κάτσει = τύχη, σύμπτωση, συγκυρία,
¡qué casualidad! τι σύμπτωση!
me he enterado por casualidad, το έμαθα τυχαία
le conocí por casualidad, την γνώρισα κατά τύχη
¿no llevarás por casualidad un cargador? μήπως κουβαλάς κατά τύχη κάνα φορτιστή;
2. εκφ, dar la casualidad de que, δίνει η τύχη να= τυχαίνει,
dio la casualidad de que en aquel momento cruzaba la calle,
έτυχε εκείνη την στιγμή να διασχίζει τον δρόμο
casualmente 1. επρ, τυχαία, κατά τύχη, όλως τυχαίως,
lo vi casualmente, το είδα τυχαία
ocaso πρχ ο-κασο> απο-κάτσω, απο-κα(θι)σω = απο-κάθιση σε κάτι
1. α, δύση ουράνιου σώματος, el ocaso del Sol, η δύση του ηλίου
ή ηλιοβασίλεμα, Nos sentamos en el techo a ver el ocaso,
Καθίσαμε στην οροφή για να δούμε το ηλιοβασίλεμα
2. αστρ, δύση σαν σημείο ορίζοντα
3. μτφ, δύση ατόμου, λυκόφως, παρακμή, δυσμαί,
está en el ocaso de su carrera, είναι στην δύση της καριέρας του
en el ocaso de la vida, στας δυσμάς του βίου του
La novelista escribió su única poesía en el ocaso de su vida,
Η μυθιστοριογράφος έγραψε το μοναδικό της ποίημα στο λυκόφως της ζωής της
4. παρακμή, Sus malas decisiones financieras provocaron el ocaso de su negocio,
Οι κακές οικονομικές του αποφάσεις οδήγησαν στην παρακμή της επιχείρησής του
ocasión πρχ ο-κασιον> να προ-καθίσει εμπρός μου ή να απο-κάτσει κάτι, απο-κάθιση σε κάτι, σαν περί-πτωση
1. θ, ευκαιρία για κάτι, es una buena ocasión para invertir,
είναι μια καλή ευκαιρία για να επενδύσεις
artículos de ocasión, εμπορεύματα σε τιμή ευκαιρίας
El viaje a París es una ocasión ideal para pedirle matrimonio a Ana,
Το ταξίδι στο Παρίσι είναι μια ιδανική ευκαιρία για να της κάνεις πρόταση γάμου στην Άνα
2. περίσταση, περίπτωση, στιγμή που συμβαίνει κάτι,
recuerdo que me lo dijiste en una ocasión,
θυμάμαι μου το είπες σε μια περίπτωση, στιγμή
Durante mi discurso hubo una ocasión en la que me quedé en blanco,
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου, υπήρξε μια στιγμή που έμεινα άναυδος
3. λόγος που γίνεται κάτι, con, en ocasión de, επ’ ευκαιρία
este acto se ha celebrado con ocasión del centenario de su muerte,
αυτή η τελετή έχει εορταστεί με ευκαιρία της εκατονταετίας από το θάνατο του
4. αιτία, La ocasión por la que invité a mi familia a cenar fue a celebrar mi ascenso,
Η αιτία που κάλεσα την οικογένειά μου σε δείπνο ήταν για να γιορτάσω την προαγωγή μου
5. εκφ, aprovechar la ocasión, δράττομαι της ευκαιρίας
asir, coger la ocasión por los pelos, οικ, αρπάζω την ευκαιρία απ’ τα μαλλιά
dar ocasión a algo, δίνω ευκαιρία σε κάτι= ευνοώ
en algunas ocasiones, σε ορισμένες περιπτώσεις
en otra ocasión, κάποια άλλη φορά
en repetidas ocasiones, επανειλημμένως
la ocasión hace al ladrón, πρμ, η ευκαιρία κάνει τον κλέφτη
la ocasión la pintan calva, οικ, μτφ, την ευκαιρία την βάφουν καραφλή= ή τώρα ή ποτέ
ocasionar 1. ρμ, πρχ προ-καθίσω κάτι ή πρχ προ-κα(λε)σω= σαν να το προκαλώ, προξενώ, επιφέρω,
el cáncer le ocasionó la muerte, ο καρκίνος του προκάλεσε τον θάνατο
ocasionar la risa, προκαλώ το γέλιο
tu ausencia le ocasionó un disgusto, η απουσία σου του προκάλεσε δυσαρέσκεια
ocasional πρχ προ-καθιστικό= που προκαλεί ή απο-κάθεται
1. ε, προξενητικός, -ή, -ό, που προξενεί κάτι
2. που κάθεται τυχαία, τυχαίος, -α, -ο, συμπτωματικός, -ή, -ó,
encuentro ocasional, συνάντηση τυχαία
3. που γίνεται κατα-περίπτωση, περιστασιακός, -ή, -ό,
es un fumador ocasional, είναι ένας περιστασιακός καπνιστής
El médico es un invitado ocasional del programa radial
Ο γιατρός είναι περιστασιακός καλεσμένος σε ραδιοφωνική εκπομπή
Es un trabajo ocasional, pero me ayuda a ganar más dinero,
Είναι μια περιστασιακή δουλειά, αλλά με βοηθά να βγάζω περισσότερα χρήματα
ocasionalismo 1. α, φλφ, συμπτωσιαρχία
ocasionalista 1. ε, α θ, συμπτωσιαρχικός, -ή, -ó με τη, οπαδός της συμπτωσιαρχίας
ocasionalmente 1. επρ, περιστασιακά
2. συμπτωματικά, τυχαία
cascada 1. θ, πρχ κασκ-αδα> καθ-υδωρ = καταρράκτης, σαν νερά που κατεβαίνουν
acaso πρχ αν κάτσει ή σαν κάσο> περίπτωση
1. επρ, ίσως, μπορεί, acaso venga, ίσως έρθει,
Acaso en la próxima reunión podamos tratar ese tema,
Ίσως στην επόμενη συνάντηση να μπορέσουμε να συζητήσουμε αυτό το θέμα
si acaso cambiaras de idea, llámame por teléfono,
αν ίσως αλλάξεις ιδέα, κάλεσε με στο τηλέφωνο
2. σε ερωτήσεις, ¿acaso…? μήπως τυχόν…;
¿acaso no lo sabias? μήπως δεν το ήξερες;
¿acaso crees que soy tonta? μήπως πιστεύεις πως είμαι ηλίθια;
3. α, λγτ, τυχαίο περιστατικό
4. εκφ, por si acaso, σε περίπτωση που, llévate un paraguas por si acaso llueve,
έχε μαζί σου μια ομπρέλα σε περίπτωση που βρέξει
ή για κάθε περίπτωση, ενδεχόμενο
si acaso, εάν τυχόν, σε περίπτωση που
ή άντε ίσως λίγο από κάτι, μάλλον, no es mala persona, si acaso un poco distraída,
δεν είναι κακό πρόσωπο, άντε ίσως λίγο αφηρημένος
acaecer 1. ρα, πρχ ακαεσερ> κάτι να κάτσει= συμβαίνει σαν γεγονός
συμβαίνω, σημειώνομαι, διαδραματίζομαι, los hechos acaecieron hace 3 semanas,
τα γεγονότα συνέβησαν πριν από 3 εβδομάδες
acaeció que empezó a llover y tuvieron que suspender la excursión al campo,
συνέβηκε ο, τι άρχισε να βρέχει και έπρεπε να αναβάλλουν την εκδρομή στην εξοχή
acaecimiento 1. α, πρχ κάθισμα γεγονότος= συμβάν
caer πρχ πρχ καερ> να κάτσει, καθε-ται κάτι, πέφτει
1. ρα, πέφτω λόγω βαρύτητας, la maceta cayó del balcón,
η γλάστρα έπεσε από το μπαλκόνι
ραντ, se cayó del balcón, έπεσε από το μπαλκόνι
2. ρα, ραντ, κάθεται> κρέμεται, πέφτει, El cabello de la muchacha cae sobre sus hombros,
Το μαλλί του κοριτσιού πέφτει στους ώμους της
Las sábanas caen de la cama por un lado más que por el otro,
Τα σεντόνια κρέμονται από το κρεβάτι από τη μια πλευρά περισσότερο από την άλλη
3. ρα, ραντ, για ένα σώμα, χάνει την ισορροπία και πέφτει στο έδαφος
ή πράγμα σταθερό που του κόβει την κάθοδο, καταπέφτω, γκρεμοτσακίζομαι,
el pintor se cayó de la escalera, ο ζωγράφος κατέπεσε από την σκάλα
4. ρα, για κάτι που κάθεται το επίπεδο ή αξία του σε μικρότερο, πέφτω,
un electrón cae de una órbita a otra de menor energía,
ενα ήλεκτρον> ίον πέφτει από την μια τροχιά σε άλλη μικρότερης ενέργειας
5. ρα, ραντ, για κάτι που πέφτει από σημείο που είναι ενωμένο,
caer las hojas de los árboles, πέφτουν τα δέντρα των δέντρων
caerse los dientes, el pelo, πέφτουν τα δόντια, το μαλλί
6. ρα, πέφτω στο έδαφος με σημείο του σώματος, caer de espaldas, de cabeza,
πέφτω με την πλάτη, κεφάλι
7. ρα, για ζώο, άνθρωπο, πέφτω στην παγίδα, απάτη, δίχτυ, ενέδρα, την πατάω,
caer en la trampa, engaño, caer en la red, en la emboscada
El taxista intentaba engañarme porque me veo extranjero, pero no caí,
Ο ταξιτζής προσπαθούσε να με ξεγελάσει επειδή μοιάζω με ξένο, αλλά δεν την πάτησα
8. ρα, πέφτω ψυχολογικά, tras la pérdida de su amigo, cayó en depresión,
μετά από την απώλεια του φίλου του έπεσε σε κατάθλιψη
9. ρα, πέφτω, σταματάω να υπάρχω, caer un imperio, una dictadura,
πέφτει μια αυτοκρατορία, μια δικτατορία
10. ρα, πέφτω, El castillo cayó tras un largo sitio, Το κάστρο έπεσε μετά μακρά πολιορκία
11. ρα, πέφτω σε λάθος, ενδίδω σε πειρασμό, caer en un error, υποπίπτω σε ένα λάθος,
Me siento culpable porque estoy a dieta, pero caí en la tentación de un pastel de chocolate,
Νιώθω ενοχές επειδή κάνω δίαιτα, αλλά ενέδωσα στον πειρασμό ενός σοκολατένιου κέικ
12. ρα, κάθομαι σε κάτι νοητικά= κατανοώ, καταλαβαίνω, πιάνω,
ahora caigo en lo que querías decir, τώρα πιάνω αυτό που ήθελες να πεις
13. ρα, για κάτι που κάθεται η ισχύ, τιμή, επίπεδο του, μειώνεται, πέφτει,
Durante este periodo, las tasas de interés cayeron a un mínimo histórico,
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα επιτόκια μειώθηκαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα
14. ρα, για χρώμα, κάθεται η ζωντάνια του, ξεθωριάζει
15. ρα, για άτομο, πέφτει σε χώρο τυχαία, περνά, πάει σε μέρος χωρίς να το είχε σχεδιάσει,
ayer cayó por aquí tu hermano, εχθές πέρασε από εδώ ο αδερφός σου
16. ρα, για προθεσμίες σε πληρωμές, κάθεται> λήγει το όριο,
mañana cae la letra de cambio, αύριο λήγει το γραμμάτιο
17. ρα, κάθεται κάτι με τύχη, τυχαίνει, le cayó el premio gordo,
του έκατσε, έτυχε το μεγάλο βραβείο
18. ρα, για κάτι που κάθεται σε τοποθεσία, πέφτει, el aseo cae a la derecha,
η τουαλέτα πέφτει στα δεξιά
19. ρα, κάτι κάθεται> είναι μέσα σε κάτι άλλο, υπόκειται, εγκλείεται σε κάτι, πέφτει,
mi finca cae dentro de la zona afectada, το κτήμα μου πέφτει μέσα στην επηρεασμένη ζώνη
20. ρα, για γεγονός, συμβάν, πέφτει σε ημέρα, περίοδο χρονική, la Pascua cae en marzo,
το Πάσχα πέφτει τον Μάρτιο
21. ρα, για ήλιο, ημέρα, απόγευμα, που φτάνει στο τέλος, πέφτει, caer el sol, el día, la tarde,
me gusta pasear cuando cae la tarde, μου αρέσει να περιπατώ όταν πέφτει το απόγευμα
22. ρα, κάθεται, πέφτει η ένταση του ανέμου, κύματος, caer el viento, oleaje
23. ρα, οικ, πέφτει η ζωή σε κάποιον, πεθαίνω, en la batalla cayeron muchos soldados,
στην μάχη έπεσαν πολλοί στρατιώτες
25. ρα, ναυ, για πλοίο, κάθεται προς άλλη πορεία, παρα-δρομώ της πορείας μου
26. ρμ, χυδ, την πέφτω σε κάποιο άτομο ερωτικά, te caigo, σου την πέφτω
28. ραντ, κάθομαι, πέφτω ψυχολογικά, καταθλίβομαι
29. ρα, πέφτω για φαινόμενο ατμοσφαιρικό, caerá nieve por encima de los 1.000 metros,
θα πέσει χιόνι σε υψόμετρο μεγαλύτερο από 1.000 μέτρα
cayó una helada, έπεσε παγωνιά
cayó un rayo cerca de la casa, έπεσε κεραυνός δίπλα στο σπίτι
30. ρα, για ρούχο, πέφτω, κυλιέμαι, el vestido te cae por detrás,
το φόρεμα κυλιέται από πίσω
31. ρα, για αξία σε κάτι, πέφτω, κατρακυλώ, ha caído el precio de la leche,
έχει πέσει η τιμή του γάλακτος
los precios cayeron súbitamente, οι τιμές έπεσαν απότομα
32. ρα, για τιμωρία, le cayeron 3 años de cárcel, του έριξαν, έπεσαν 3 χρόνια φυλακή
33. ρα, κάθεται σαν αναλογία σε πληρωμή, ¿cuánto nos caerá por persona?
πόσο θα μας κοστίσει ανά άτομο;
34. ρα, κάθομαι σαν να ρίχνομαι, πέφτω προς κάποιον, cayó en brazos de su padre,
έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα του
35. ρα, πλφ, πέφτω, βγαίνω εκτός λειτουργίας, toda la red ha caído,
όλο το δίκτυο έχει πέσει
36. ρα, πέφτω, αποτυγχάνω, κόβομαι σε διαγώνισμα, εξέταση,
caí en el examen, κόπηκα στο διαγώνισμα
37. εκφ, caer bien, mal, μου κάθεται καλά, άσχημα κάτι, κάποιος
Me cae muy bien tu hermano, siempre me hace sonreír,
Μου αρέσει πολύ ο αδερφός σου, με κάνει πάντα να χαμογελάω
ή για φαγητό, ποτό, μου πέφτει βαρύ, δεν με πειράζει στο στομάχι
No bebo porque el alcohol me cae mal, Δεν πίνω επειδή το αλκοόλ μου κάθεται άσχημα
ή για ρούχο, πέφτει, πάει, κάθεται ωραία, άσχημα
¡Te cae estupendo ese vestido! Σου κάθεται υπέροχα αυτό το φόρεμα ή σου πάει τέλεια!
caerle gordo a alguien, γίνομαι αντιπαθής σε κάποιον
caer como moscas, πέφτω σαν τις μύγες
caer enfermo, αρρωσταίνω
caer muy bajo, πέφτω πολύ χαμηλά
caiga quien caiga, κάτσει όποιος κάτσει= ó, τι κι αν συμβεί, με οποιοδήποτε κόστος
dejar caer algo, αφήνω να πέσει> μαθευτεί κάτι, dejó caer la noticia de su divorcio,
άφησε να μαθευτεί η είδηση του διαζυγίου του
estar al caer, στέκω σαν να κάθομαι= έτοιμο να γίνει, όπου να ’ναι θα συμβεί κάτι
Los invitados están al caer y la cena aún no está lista,
Οι καλεσμένοι σχεδόν έφτασαν και το δείπνο δεν είναι ακόμα έτοιμο
caer por, για μέρος, πέφτω προς, βρίσκομαι, ¿por dónde cae el puerto?
προς τα πού πέφτει το λιμάνι;
ή κάθομαι προς κάπου= εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, περνάω από,
hoy no ha caído por casa, σήμερα δεν έχει περάσει από το σπίτι
caerse redondo, κάθομαι ροδάτος= φαρδύς πλατύς, σωριάζομαι, γκρεμίζομαι, καταρρέω,
le dio un bajón de tensión y se cayó redondo,
του έπεσε η αρτηριακή του πίεση και έπεσε φαρδύς πλατύς
no tiene dónde caerse muerto, δεν έχει που να κάτσει νεκρός= πού την κεφαλήν κλίναι
caer en la cuenta, πέφτει στην αντίληψη μου> καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ,
ahora caigo en la cuenta de que se lo dejé, Τώρα συνειδητοποιώ ότι του το άφησα
caer en, κάθεται στο νου κάτι= θυμάμαι, Te conozco de algún lugar, pero no caigo en donde,
Σε ξέρω από κάπου, αλλά δεν θυμάμαι από πού
caída πρχ κάθιση σε κάτι= πτώση, πέσιμο
1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του caer, -se
2. πτώση, πέσιμο, la caída de un cuerpo, η πτώση ενός σώματος
se ha roto la pierna por la caída, έχει σπάσει το πόδι από την πτώση
ή πέσιμο σαν απώλεια, la caída de la hojas, η πτώση των φύλλων,
la caída del cabello, η τριχόπτωση
3. για κυβέρνηση, καθεστώς, δικτάτορα, πτώση, κατάρρευση,
la caída del Imperio,η πτώση της Αυτοκρατορίας
4. πτώση σε αξία, τιμή, la caída de los precios, η πτώση των τιμών
5. σε τιμές καιρικές, se espera una caída de las temperaturas,
αναμένεται πτώση της θερμοκρασίας
6. για ρούχο, ύφασμα, πέσιμο, κρέμασμα, la caída de una falda,
το πέσιμο, o τρόπος πεσίματος μιας φούστας
7. κάθισμα κλίσης απότομο για έδαφος, πλαγιά, κλίση εδάφους,
una caída muy pronunciada del terreno, μια πολύ απότομη κλίση εδάφους
8. πλφ, πτώση δικτύου
9. πτώση ηθική σε αξίες
10. ναυ, κλίση πανιού, caída de vela ή πτώση ανέμου, κύματος, caída de viento, oleaje
11. σνθ, caída libre, ελεύθερη πτώση
12. εκφ, a la caída de, με την πτώση, δύση, με τον ερχομό,
a la caída del sol empezó la fiesta, με την δύση του ήλιου άρχισε η γιορτή
caído, da πρχ καθιστό
1. ε, πεσμένος, -η, -o, El leñador usó el árbol caído para hacer leña,
Ο ξυλοκόπος χρησιμοποίησε το πεσμένο δέντρο για καυσόξυλα
2. για μέρος του σώματος, πεσμένος, -η, -o, tener los pechos caídos, έχω πεσμένο στήθος un chico caído de hombros, ένας νεαρός με πεσμένους ώμους
Hay ejercicios que se pueden hacer para levantar los pechos caídos,
Υπάρχουν ασκήσεις που μπορείτε να κάνετε για να ανασηκώσετε το πεσμένο στήθος
3. ηθικά πεσμένος, -η, -ο, αποκαρδιωμένος, -η, -ο
4. σωματικά πεσμένος, -η, -ο, αδύναμος, -η, -ο, εξασθενημένος, -η, -ο
5. πεσών, πεσούσα, πεσόν σε μάχη, Habrá una ceremonia para honrar a los soldados caídos,
Θα πραγματοποιηθεί τελετή για να τιμήσουν τους πεσόντες στρατιώτες
caídos 1. α πλ, πεσόντες σε πόλεμο, μάχη, νεκροί, un homenaje a los caídos,
ένας φόρος τιμής για τους πεσόντες
paracaídas πρχ παρα-κάθιση> σταματώ το κάθισμα= πτώση
1. α, αλεξίπτωτο
2. εκφ, lanzar algo en paracaídas, λανσάρω= ρίχνω κάτι με αλεξίπτωτο
saltar, tirarse, lanzarse en paracaídas, σαλτάρω, πηδώ, ρίχνομαι με αλεξίπτωτο,
Los acróbatas aéreos saltaron del avión en paracaídas de colores,
Οι ακροβάτες αέρα πήδηξαν από το αεροπλάνο με πολύχρωμα αλεξίπτωτα
paracaidista 1. α θ, οικ, πρχ παρα-καθιστής= αλεξιπτωτιστής
paracaidismo 1. α, αθλ, αλεξιπτωτισμός
2. σνθ, paracaidismo de estilo, αθλ, αλεξιπτωτισμός επίδειξης
paracaidismo de precisión, αθλ, αλεξιπτωτισμός ακρίβειας προσγειώσεων
paracaidista 1. ε, αλεξιπτωτιστικός, -η, -ó, unidad paracaidista, μονάδα αλεξιπτωτιστών exhibición paracaidista, επίδειξη αλεξιπτωτιστών
2. α θ, αλεξιπτωτιστής, -ια
caedura 1. θ, πεσμένο υλικό απώλειας από τα υφάσματα σε αργαλειό
caedizo, za 1. ε, βοτ, πρχ ευ-κάθιστο= φυλλοβόλος, -ος, -ο,
hojas caedizas, φύλλα φυλλοβόλα
2. που πέφτει εύκολα ή είναι προορισμένο να πέσει,
cabello caedizo, μαλλί που πέφτει εύκολα
descaecer 1. ρα, λγτ, πρχ να αντι- ή ξε-καθίσω σε κάτι= μειώνομαι λίγο-λίγο, παρακμάζω, ξεπέφτω, καταπίπτω, Solo y abatido, Remo fue descaeciendo con el paso del tiempo,
Μόνος και απογοητευμένος, ο Ρέμο άρχισε να παρακμάζει με το πέρασμα του χρόνου
descaecimiento πρχ κατα-κάθιση
1. α, λγτ, ξεπεσμός, κατάπτωση, παρακμή υλική, ηθική, σωματική
2. αποδυνάμωση, μαρασμός ψυχικός
3. εξάντληση, ατονία σώματος
decaer πρχ κατα-κάθομαι
1. ρα, καταπέφτω σε δύναμη, ένταση σε μια ιδιότητα, προσόν μου, μειώνομαι,
La popularidad del presidente decayó tras su vinculación con varios escándalos financieros
Η δημοτικότητα του προέδρου μειώθηκε μετά την εμπλοκή του σε διάφορα οικονομικά σκάνδαλα
2. καταπέφτω σωματικά, después de la muerte de su mujer decayó,
μετά τον θάνατο της γυναίκας του κατέπεσε
3. πέφτω, εξασθενίζω, μειώνομαι, για δραστηριότητα, ρυθμό, απόδοση,
Las fuerzas del corredor empezaron a decaer cuando se acercaba a la meta,
Η δύναμη του δρομέα άρχισε να μειώνεται καθώς πλησίαζε τη γραμμή τερματισμού,
la animación decayó, το κέφι έπεσε,
La producción de estaño en Bolivia empezó a decaer en los años 80,
Η παραγωγή κασσίτερου στη Βολιβία άρχισε να μειώνεται τη δεκαετία του 1980
su belleza no ha decaído con los años, η ομορφιά της δεν έχει μειωθεί με τα χρόνια
4. ναυ, κοπάζω, el viento decae, o άνεμος κόπασε
5. για εταιρία, μαγαζί, ξεπέφτω, χάνω την ισχύ μου
6. ναυ, καταπέφτω από την πορεία μου, παραδρομώ, βγαίνω από πορεία,
La corriente era tan fuerte que el barco decayó y quedó varado en un banco de arena,
Το ρεύμα ήταν τόσο δυνατό που το σκάφος βγήκε από την πορεία του και προσάραξε σε μια αμμώδη περιοχή
decaído, da 1. ε, για άτομο, κατα-πεσμένος σωματικά = καταβεβλημένος, -η, -o,
el verano la deja muy decaída, Το καλοκαίρι την αφήνει πολύ καταβεβλημένη
ή πεσμένος, -η, -ο ψυχικά, Cuando estoy decaída suelo escuchar música alegre,
Όταν νιώθω πεσμένη, συνηθίζω να ακούω χαρούμενη μουσική
ή καταθλιμμένος, -η, -ο, Mi padre está muy decaído desde que lo despidieron,
Ο πατέρας μου είναι πολύ καταθλιμμένος από τότε που απολύθηκε
2. καταπεσμένος, -η, -ο, παρηκμασμένος, -η, -ο, σε κατάπτωση, παρακμή ηθική, οικονομική
3. για χρηματιστήριο, αγορά, Bolsa, mercado decaído, στάσιμος, -η, -ο, σε ύφεση
decaimiento πρχ κατα-κάθισμα σε κάτι
1. α, για άτομο, κατάπτωση σωματική λόγω αρρώστιας, κούρασης,
αδυναμία, επιδείνωση, el cáncer le provoca decaimiento,
ο καρκίνος του προκαλεί κατάπτωση
2. ηθική, ψυχολογική κατάπτωση, la muerte de su amigo le provocó el decaimiento,
ο θάνατος του φίλου του του προκάλεσε την κατάπτωση
3. πτώση τιμών, δραστηριότητας, el decaimiento de las exportaciones,
η πτώση των εξαγωγών
4. φσκ, πτώση ραδιο-δραστηριότητας, εξασθένιση
decadencia 1. θ, για άτομο, κατάπτωση, παρακμή,
tras su divorcio está en decadencia física y psíquica,
μετά το διαζύγιo του βρίσκεται σε κατάπτωση σωματική και ψυχική
2. κατάπτωση, παρακμή κράτους, κοινωνίας, decadencia de estado, sociedad,
Hay quien piensa que el mundo está sumido en una gran decadencia moral y espiritual,
Υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι βυθισμένος σε μια μεγάλη ηθική και πνευματική παρακμή
3. περίοδο κατάπτωσης, παρακμής, la decadencia del Imperio romano,
η περίοδος παρακμής της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας
4. εκφ, en decadencia, σε παρακμή, tras el escándalo su carrera entró en decadencia,
μετά το σκάνδαλο η καριέρα του μπήκε σε παρακμή
decadente πρχ κατα-καθίζων
1. ε, για πολιτισμό, κοινωνία, ξεπεσμένος, -η, -o, παρηκμασμένος, -η, -o,
una civilización decadente, ένας πολιτισμός παρηκμασμένος
2. για οικονομία, σε πτώση, σε ύφεση, παρακμάζων, -ουσα, -ον
3. τεχ, ξεπεσμένος, -η, -ο, παρακμιακός, -ή, -ó
4. τεχ, α θ, παρακμάζων, -ουσα
decadentismo 1. α, τεχ, παρακμιακή τέχνη
decadentista 1. ε, α θ, πρχ κατα-καθιστής= παρακμάζων, -ουσα, -ον,
οπαδός παρακμιακής τέχνης
recaer πρχ περι-καθομαι 1. ρα, ξαναπέφτω, για άτομο, ζώο, πράγμα
2. για αρρώστια, υπο-τροπιάζω, Mi abuelo recayó y tuvimos que trasladarlo al hospital,
Ο παππούς μου υποτροπίασε και αναγκαστήκαμε να τον μεταφέρουμε στο νοσοκομείο
El paciente recayó en la psicosis y tuvo que ser internado,
Ο ασθενής υποτροπίασε σε ψύχωση και χρειάστηκε να νοσηλευτεί
3. recaer en, ξαναπέφτω, ξανακυλώ σε πάθος, ha recaído en la droga,
έχει ξαναπέσει στα ναρκωτικά
4. κάτι περι-πέφτει σε κάποιον= La responsabilidad de mantener a la familia recayó en Miguel cuando su padre falleció, Η ευθύνη της διατήρησης της οικογένειας έπεσε στον Μιγκέλ όταν πέθανε ο πατέρας του
todo el trabajo recae en mí, όλη η δουλειά πέφτει σε μένα
5. απονέμομαι, πάω σε, El Óscar al mejor director recayó en James Cameron por “Titanic”,
Το Όσκαρ καλύτερου σκηνοθέτη πήγε στον Τζέιμς Κάμερον για την ταινία «Τιτανικός».
6. recaer sobre, αποδίδομαι, la culpa recae sobre él, το σφάλμα αποδίδεται σ’ αυτόν
7. περι-κάθομαι= γυρίζει, επανέρχομαι, καταλήγει για συζήτηση σε ένα θέμα,
la conversación recae siempre sobre el dinero,
η συζήτηση γυρίζει πάντα στο χρήμα
recaída 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του recaer
2. υποτροπή, εκ νέου πέσιμο σε πάθος, αρρώστια, συνήθεια, la recaída en el juego,
το πέσιμο εκ νέου στον τζόγο
3. εκφ, tener, sufrir una recaída, έχω, υποφέρω μια υποτροπή, υποτροπιάζω
recidiva 1. θ, ιατ, πρχ περι-κάθισμα= υποτροπή
recidivar 1. ρα, ιατ, υποτροπιάζω
cadencia πρχ κάθιση επαναλαμβανόμενη σε κάτι δημιουργώντας ρυθμό, συχνότητα
ή καδένα> σαν ακολουθία ρυθμού
1. θ, ρυθμός σε ήχους, κινήσεις σε κάτι, la cadencia en el hablar, ο ρυθμός ομιλίας,
la cadencia en el andar, ο ρυθμός βαδίσματος
2. συχνότητα σε κάτι, la cadencia de autobuses es de dos por hora,
η συχνότητα των λεωφορείων είναι δύο κάθε ώρα
3. επανάληψη φαινομένων με κάποιο ρυθμό, el tifón tiene una cadencia de 3 meses,
ο τυφώνας έχει ρυθμό εμφάνισης των 3 μηνών
4. για στίχο, κείμενο, ρυθμός, μέτρο, cadencia de un poema, ρυθμός ενός ποιήματος
5. μσκ, ρυθμός
6. γλγ, ρυθμός
7. σνθ, cadencia de pedaleo, ρυθμός πεταλιού, ρυθμός πεταλιάς
cadencia respiratoria, αναπνευστικός ρυθμός
cadencioso, sa 1. ε, ρυθμικός, -ή, -ό, La voz del locutor de radio era grave y cadenciosa,
Η φωνή του ραδιοφωνικού εκφωνητή ήταν βαθιά και ρυθμική
cadente 1. ε, ρυθμικός, -ή, -ό
intercadencia πρχ ενδο-κάθιση ρυθμού= ανωμαλία ρυθμού σε κάτι
1. θ, ανωμαλία παλμού, φαινομένου, intercadencia del pulso, de fenómeno
2. ανωμαλία σε συμπεριφορά, αστάθεια, συναισθήματα
intercadente ενδο-καθίζων σε ρυθμό= ανώμαλο
1. ε, για παλμό, φαινόμενο, ακανόνιστος, -η, -o, ευμετάβλητος, -η, -o
2. για άτομο, ασταθής, -ής, -ές, ευμετάβλητος, -η, -ο
intercadentemente 1. επρ, ακανόνιστα σε ρυθμό
2. ασταθώς σε συμπεριφορά
semicadencia πρχ ημι-κάθιση
1. θ, γλγ, ελαφρύ ανέβασμα του κυματισμού της φωνής στο τέλος μιας περιόδου
2. μσκ, μισό ανέβασμα στην πέμπτη βαθμίδα, στη δεσπόζουσα
semianticadencia πρχ ημι-αντι-κάθιση
1. θ, γλγ, ελαφρά πτώση του κυματισμού της φωνής στο τέλος μιας περιόδου
cadáver πρχ κατω-βίο= πτώμα ανθρώπου, ζώου
1. α, πτώμα ανθρώπου, ζώου, νεκρό σώμα, el cadáver estaba sepultado en el patio,
το πτώμα ήταν θαμμένο στην αυλή
Ιa autopsia del cadáver, η νεκροψία του πτώματος
2. εκφ, ingresar cadáver, εν-αγείρω πτώμα= φθάνω (στο νοσοκομείο) ήδη νεκρός
levantar el cadáver, σηκώνω= προβαίνω στην περισυλλογή του πτώματος
rígido como un cadáver, ριγάτος σαν πτώμα= πετρωμένος, μαρμαρωμένος
antes pasarán por encima de mi cadáver, πρώτα θα περάσουν πάνω από το πτώμα μου
cadavérico, ca 1. ε, για πτώμα, πτωματικός, -ή, -ικό, rigidez cadavérica, πτωματική ακαμψία 2. πτωματικός, -ή, -ικό, χλωμότατος, -η, -ο, για όψη, πρόσωπο χλωμό, σαν πτώμα,
tiene un rostro cadavérico por la enfermedad,
έχει ένα πρόσωπο πτωματικό λόγω της αρρώστιας
3. κατάκοπος, -η, -ο για κούραση σαν πτώμα
caducar πρχ κατου-καρ> κατω-κόβω= λήγω ή κάθεται η ισχύ σε κάτι
1. ρα, για τρόφιμο, φάρμακο, κάθεται με το πέρασμα του χρόνου, λήγω,
esta mantequilla caducó ayer, αυτό το βούτυρο έληξε εχτές
2. για ισχύ εγγράφου, νόμου, λήγω, su carné ha caducado, το δίπλωμα σας έχει λήξει
la garantía caduca al año, η εγγύηση λήγει σε ένα χρόνο
3. για άτομο, κάθεται η νοητική ικανότητα λόγω γήρανσης, χάνει, μειώνεται,
mi abuelo caduca día por día, ο παππούς μου χάνει μέρα με την μέρα
caducidad πρχ καθιστότητα σε κάτι
1. θ, λήξη τροφίμου, φαρμάκου, ¿cual es la fecha de caducidad de estos yogures?
ποια είναι η ημερομηνία λήξης για αυτά τα γιαούρτια;
2. λήξη εγγράφου
3. νομ, λήξη ισχύος νόμου
4. νομ, λήξη, παύση δικαιώματος
5. μτφ, λήξη των επιγείων, ματαιότητα, la caducidad de lo terreno,
η ματαιότητα των επίγειων αγαθών
6. σνθ, caducidad de la patente, νομ, λήξη ισχύος διπλώματος ευρεσιτεχνίας
caducifolio, lia 1. ε, βοτ, πρχ καθεται-φύλλο= φυλλοβόλος, -ος, -o
caduco, ca 1. ε, φυλλοβόλος, -α, -o, για φύλλο, δέντρο, hoja, árbol caduco
2. μτφ, ξεπερασμένος, -η, -o για ιδέα, μόδα, idea, moda caduca
3. για άτομο, πρχ κατου-κα> κατα-κοπο= καταβεβλημένος, -η, -o
4. για εποχή, περασμένος, -η, -o, tiempos caducos, περασμένοι καιροί
5. νομ, ληγμένος, -η, -ο, άκυρος, -η, -ο, που έχει λήξει, εκπνεύσει, testamento caduco, διαθήκη ληγμένη, άκυρη διαθήκη
accidente πρχ α-καθ-ιστο= που κάθεται εκτός κανονικής σειράς, τάξης, ακανόνιστο
1. α, ατύχημα σαν συμβάν, accidente de tráfico, ατύχημα κίνησης σε δρόμο
ή τυχαίο περιστατικό, γεγονός, un accidente puede trastocar la vida de la noche a la mañana
ένα τυχαίο περιστατικό μπορεί να ανατρέψει τη ζωή από τη μια μέρα στην άλλη
2. για έδαφος, ανωμαλία, ανομοιογένεια εδάφους, los accidentes dificultan el paso,
η ανωμαλία του εδάφους δυσχεραίνει την διέλευση
3. γρμ, τροποποίηση λέξης στην κλίση της, accidente gramatical,
τροποποίηση της λέξης στην κλίση της
4. αρρώστια, πάθηση, Accidente coronario, Αρρώστια στεφανιαία
5. σνθ, accidente aéreo, de avión, αεροπορικό δυστύχημα, ατύχημα
accidente automovilístico, de automóvil αυτοκινητιστικό δυστύχημα
accidente de carretera τροχαίο δυστύχημα, ατύχημα
accidente de circulación, de tráfico τροχαίο δυστύχημα, ατύχημα
accidente de coche, αυτοκινητιστικό δυστύχημα
accidente de trabajo, laboral εργατικό ατύχημα
accidente ferroviario, σιδηροδρομικό ατύχημα
accidente geográfico, ανωμαλία εδάφους
accidente nuclear, πυρηνικό ατύχημα
por accidente 1. εκφ επρ, πρχ απ’ ακάθιστο γεγονός= τυχαία, συμπτωματικά,
descubrió su secreto por accidente, ανακάλυψε το μυστικό του τυχαία
accidentar 1. ρμ, πρχ προκαλώ ακάθιστο γεγονός= προκαλώ ατύχημα
2. ραντ, έχω ατύχημα, En la puerta está la lista de los que se accidentaron el viernes,
Στην πόρτα βρίσκεται η λίστα όσων είχαν το ατύχημα την Παρασκευή
accidentabilidad 1. θ, δείκτης συχνότητας ατυχημάτων ποσοστό ατυχημάτων
accidentado, da 1. ε, ανώμαλος, -η, -o για έδαφος, δρόμο,
Los vecinos solicitaron a la municipalidad que pavimentaran el camino accidentado,
Οι γείτονες ζήτησαν από τον δήμο να ασφαλτοστρώσει τον ανώμαλο δρόμο
Para pasar por ese terreno accidentado, necesitamos un jeep,
Για να περάσουμε από αυτό το ανώμαλο έδαφος, χρειαζόμαστε ένα τζιπ
2. μτφ, με ατυχήματα, απρόοπτα= ταραγμένος, -η, -o, επεισοδιακός, -ή, -ó,
περιπετειώδης, -ης, -ες, En ese accidentado día hubo varias marchas y disturbios,
Σε αυτή την ταραγμένη μέρα είχε αρκετές πορείες και ταραχές
Pinchamos una llanta y nos quedamos sin combustible. Fue un viaje accidentado,
Μας έσκασε ένα λάστιχο και μας τελείωσαν τα καύσιμα. Ήταν ένα επεισοδιακό ταξίδι
3. α θ, θύμα ατυχήματος, Hubo cuatro accidentados en un choque entre un coche y un autobús, Είχε 4 θύματα ατυχήματος σε μια σύγκρουση μεταξύ αυτοκινήτου και λεωφορείου
accidental 1. ε, τυχαίος, -α, -ο, συμπτωματικός, -ή, -ó,
un encuentro accidental, μια τυχαία συνάντηση
2. μτφ, παρα-καθισμένο= όχι σημαντικό, δευτερεύων, -ουσα, -ον, επουσιώδης, -ης, -ες,
asunto accidental, επουσιώδες ζήτημα
Esa información es accidental y, por ende, es irrelevante para el caso,
Αυτή η πληροφορία είναι επουσιώδης και ως εκ τούτου άσχετη για την υπόθεση
3. περιστασιακός, -ή, -ό, Tuve un cargo accidental en el departamento de ventas,
Είχα μια περιστασιακή θέση στο τμήμα πωλήσεων
4. α, μσκ, αλλοίωση, αύξηση ή μείωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο
accidentalidad 1. θ, δείκτης ατυχημάτων
accidentalmente 1. επρ, τυχαία
occidente πρχ από ocaso> απο-καθίζων
1. α, σημείο ορίζοντα δύσης, δυσμαί, la casa está encarada a occidente,
το σπίτι στέκει με κάρα= βλέπει δυτικά, προς δυσμάς
el Sol se pone por occidente, o ήλιος δύει στη Δύση
hay lluvias en el occidente del país, έχει βροχές στα δυτικά της χώρας
2. σύνολο χωρών σαν Δύση, δυτικός κόσμος
occidentalismo 1. α, φιλο-δυτική στάση
occidentalista 1. ε, α θ, φιλοδυτικός, -ή, -ό
occidentalizar 1. ρμ, δυτικο-ποιώ, En un intento por occidentalizar nuestro sistema político, se han introducido valores foráneos bajo el disfraz de la “modernización.”,
Σε μια προσπάθεια να δυτικοποιήσουν το πολιτικό μας συστήμα, έχουν εισαχθεί ξένες αξίες υπο το ένδυμα, με το πρόσχημα του «εκσυγχρονισμού».
2. ραντ, δυτικο-ποιούμαι, προσχωρώ στον δυτικό τρόπο ζωής
occidentalización 1. θ, δυτικοποίηση
occidental 1. ε, δυτικός, -ή, -ó, las costumbres occidentales, οι δυτικές συνήθειες
Africa occidental, Δυτική Αφρική
2. α θ, Δυτικός, -ή
prooccidental 1. ε, πρχ προ> υπερ- δυτικός, -ή, -ό, φιλο-δυτικός, -ή, -ό
occidua 1. θ, αστρ, δύση
coincidencia πρχ συν-εν-κάθιση= συν-κάθιση σε κάτι, σύμ-πτωση
1. θ, σύμπτωση, cualquier parecido es pura coincidencia,
οποιαδήποτε ομοιότητα είναι εντελώς συμπτωματική
tenemos el mismo apellido, ¡que coincidencia! έχουμε το ίδιο επίθετο, τι σύμπτωση!
2. σύμπτωση χρονική σε κάτι, συνεκδήλωση, la coincidencia de ambοs aniversarios,
η σύμπτωση των δύο επετείων την ίδια ημέρα
3. σύμπτωση απόψεων, κοινό σημείο σε ιδέες, ενδιαφέροντα,
la coincidencia en el modo de pensar, η σύμπτωση στον τρόπο σκέψης
4. εκφ, en coincidencia con, εν σύμπτωση με= συμπίπτοντας, όπως,
en coincidencia con su hermano, declaró su opinión,
συμπίπτοντας με τον αδερφό του, δήλωσε την γνώμη του
en coincidencia con, ταυτόχρονα, inauguraron el estadio en coincidencia con la fiesta mayor,
εγκαινίασαν το στάδιο ταυτόχρονα, συνέπεσαν με τη γιορτή του πολιούχου
coincidir πρχ συν-εν-κάθομαι με κάτι= συμ-πίπτω
1. ρα, για άτομα, συμπίπτω σε άποψη, συμφωνώ, tu perspectiva coincide con la mía,
η προοπτική σου συμπίπτει με την δική μου
2. δύο ή παραπάνω συμβάντα συμπίπτουν ταυτόχρονα, tu viaje coincide con mi boda,
το ταξίδι σου συμπίπτει με τον γάμο μου
3. συμπίπτω σε χώρο, συναντώ κάποιον τυχαία ή με άτομα τυχαία σε χώρο,
coincidí con ella en cine, συναντήθηκα τυχαία με αυτή στο σινεμά
4. συμπίπτουν δυο πράγματα, ταιριάζουν, κολλάνε, el tamaño de las cajas coincide,
το μέγεθος των κουτιών συμπίπτει, ταιριάζει
5. για επιφάνειες, γραμμές, συμπίπτω
6. coincidir en, συμπίπτω σε κάτι με άλλον, μοιράζομαι το ίδιο ενδιαφέρον,
coincidimos en gustos, συμπίπτουμε σε, έχουμε ίδια γούστα, προτιμήσεις
coincidente 1. ε, συμπίπτων, -ουσα, -ον
2. γμτ, συμπίπτων, -ουσα, -ον
incidir πρχ εν-κάθ-ομαι> εμ-πίπτω
1. ρα, γμτ, για φώς, κύματα, προσπίπτω, los rayos de luz inciden en el espejo,
οι ακτίνες του ήλιου προσπίπτουν στον καθρέφτη
2. incidir en, υποπίπτω, πέφτω σε λάθος, σφάλμα, siempre incide en los mismos errores,
υποπίπτει συνεχώς στα ίδια λάθη
3. κάτι εμ-πίπτει σε= επηρεάζω, επιδρώ, la alimentación incide en nuestra salud,
η διατροφή επηρεάζει την υγεία μας
4. εμπίπτω προσοχή σε κάτι= τονίζω, el critico incidió en la importancia de la obra,
o κριτικός τόνισε τη σπουδαιότητα του έργου
incidencia πρχ εν-κάθιση σε κάτι, που συμβαίνει κατά την ανάπτυξη πράξης
1. θ, συμβάν, γεγονός, περιστατικό, επεισόδιο, el partido se desarrolló sin incidencias,
το παιχνίδι πραγματοποιήθηκε χωρίς επεισόδια
2. επίπτωση, επίδραση σε κάτι, la incidencia de sus decisiones sobre su familia,
οι επιπτώσεις των αποφάσεών του στην οικογένεια του
3. φσκ, πρόσπτωση, la incidencia de los rayos del sol,
η πρόσπτωση των ακτινών του ήλιου
4. πράξη και αποτέλεσμα του incidir
5. σνθ, ángulo, punto de incidencia, γωνία, σημείο πρόσπτωσης
incidente 1. ε, για φώς, ακτίνα, προσπίπτων, -ουσα, -ον
2. α θ, αυτό που εν-κάθεται κατά την διάρκεια πράξης, γεγονότος= συμβάν, γεγονός, περιστατικό, επεισόδιο, el partido se desarrolló sin incidentes,
το παιχνίδι πραγματοποιήθηκε χωρίς επεισόδια
tuvo un pequeño incidente con él, συνέβη ένα μικρό επεισόδιο μεταξύ τους
incidental πρχ αυτό που εν-κάθεται σε κάτι
1. ε, δευτερεύων, -ουσα, -ον για παρατήρηση, σχόλιο, observación, comentario incidental
2. εμβόλιμος, -η, -o, Dejando de lado los problemas incidentales, tuvimos un buen viaje, Πέρα από τα εμβόλιμα προβλήματα, είχαμε ένα καλό ταξίδι
3. παρεμπίπτων, -ουσα, -ον, δευτερεύων, -ουσα, -ον,
la gripe de la niña fue uno de los hechos incidentales de las vacaciones,
η γρίπη της μικρής ήταν ένα από τα δευτερεύοντα συμβάντα των διακοπών
4. με μικρή σημασία, δευτερεύων, -ουσα, -ον,
lo importante es que lo hagas bien, lo que tardes es incidental,
το σημαντικό είναι να το κάνεις καλά, το όσο αργήσεις είναι δευτερεύων
5. γρμ, παρενθετικός, -ή, -ό
reincidencia πρχ περι-εν-κάθιση σε κάτι
1. θ, υποτροπή σε λάθος, παρανομία, en caso de reincidencia, σε περίπτωση υποτροπής,
la reincidencia agrava la condena, η υποτροπή βαρύνει την καταδίκη
reincidir 1. ρα, ξανά εμ-πίπτω σε, ξαναπέφτω σε, υποτροπιάζω σε παρανομία,
El joven vándalo reincidió en la delincuencia en cuanto salió del reformatorio,
Ο νεαρός βάνδαλος υποτροπίασε σε παρανομία μόλις βγήκε από το αναμορφωτήριο
2. υποτροπιάζω, ξαναπέφτω, σε βίτσιο, πάθος, λάθος,
Muchos exfumadores reinciden en su hábito tras mucho tiempo sin fumar,
Πολλοί πρώην καπνιστές ξαναπέφτουν στη συνήθεια τους μετά από πολύ χρόνο χωρίς να καπνίσουν
reincidente 1. ε, α θ, υποτροπιάζων, -ουσα, -ον, άτομο που υποτροπιάζει
incidentemente 1. επρ, παρ-εμ-πιπτόντως