CAFÉ= ΠΡΧ ΚΑΦΕ> ΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
café πρχ καφέ
1. α, καφές, ¿quieres un café? θέλεις έναν καφέ;
2. σπόρος καφέ, voy a moler café, θα αλέσω καφέ
3. μέρος για καφέ, καφετέρια
4. φυτό καφέ, καφεόδεντρο, una plantación de café, μια φυτεία καφεόδεντρων
5. σνθ, café descafeinado, ντεκαφεϊνέ
café exprés, expreso, εσπρέσο
café instantáneo, καφές στιγμιαίος
café molido, καφές αλεσμένος
café americano, γαλλικός καφές
café cantante, καφέ σαντάν, καφωδείο
café capuchino, καπουτσίνο
café concierto, μουσικό καφέ, καφωδείο
café con leche, καφές με γάλα
café cortado, καφές κομμένος> με λίγο γάλα
café solo, καφές σκέτος
café soluble, καφές διαλυτός
café torrefacto, καφές καβουρντισμένος με ζάχαρη
café turco, καφές τούρκικος
café vienés, καφές βιενουά
6. ε, καφέ, camisa de color café, μπλούζα καφέ χρώματος
7. εκφ, estar de mal café, οικ, μτφ, έχω κακή διάθεση
tener mal café, έχω άσχημη διάθεση ή μτφ είμαι κακόβουλος
cafebrería 1. θ, πρχ καφε-μπουρ-μπουρ = καφέ λογοτεχνικό, συναντήσεων
café-teatro 1. α, καφε-θέατρο
cafeína 1. θ, καφεΐνη
cafelito 1. α, οικ, καφεδάκι
cafetal 1. α, καφεοφυτεία
cafetalero, ra 1. α θ, πρχ καφε-φυτάρης= κτηματίας φυτείας καφέ
cafetera 1. θ, καφετιέρα, Esta cafetera hace un buen café,
Αυτή η καφετιέρα φτιάχνει καλό καφέ
ή για σερβίρισμα καφέ, una cafetera de porcelana, μια πορσελάνινη καφετιέρα
2. οικ, μτφ, για όχημα σαν καφετιέρα, σαραβαλάκι,
Mis padres siguen viajando en su cafetera,
Οι γονείς μου ταξιδεύουν ακόμα με το σαραβαλάκι τους
3. παλιό μηχάνημα
4. σνθ, cafetera eléctrica, ηλεκτρική καφετιέρα
cafetera exprés, καφετιέρα για εσπρέσο
cafetera italiana, ιταλική καφετιέρα
5. εκφ, estar como una cafetera, οικ, στέκω σαν καφετιέρα= μτφ είμαι (τρελός) για δέσιμο.
cafetería 1. θ, καφετέρια
cafetero, ra πρχ καφε-ταρικο
1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τον καφέ, producción cafetera, παραγωγή καφέ
2. για άτομο, καφεδιάρικος, -η, -ο, που του αρέσει πολύ να πίνει καφέ
es muy cafetero, είναι πολύ του καφέ
3. α θ, καφεκαλλιεργητής, -ια
4. ιδιοκτήτης, -α καφετέριας, καφενείου
cafetín 1. α, καφετέρια, καφενείο
cafeto 1. α, βοτ, καφέα, καφεόδεντρο
cafetucho 1. α, καφετέρια, καφενείο
descafeinar 1. ρμ, αφαιρώ την καφεΐνη
2. μτφ, αφαιρώ από κάτι καφεΐνη> το ουσιώδες, δύναμη, αυθεντικότητα, αποδυναμώνω,
ha descafeinado la novela, έχει αφαιρέσει την ουσία από το μυθιστόρημα
descafeinado, da 1. ε, ντε-καφεϊνέ
2. μτφ, χωρίς ουσία, αυθεντικότητα, αποδυναμωμένος, -η, -o
descafeinado 1. α, ντε-καφεϊνέ