CACAREAR= ΠΡΧ ΚΑΚΑΡΙΖΩ, ΜΤΦ ΚΟΚΚΟΡΕΥΟΜΑΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cacarear 1. ρα, για κότα, κόκορα, κακαρίζω, La gallina no para de cacarear,
Η κότα δεν σταματά να γελάει
2. ρμ, μτφ, κακαρίζω, κοκορεύομαι, υπερηφανεύομαι, παινεύομαι, κομπάζω,
Maria ha estado todo el día cacareando su ascenso,
Η Μαρία όλη μέρα κοκορεύεται την προαγωγή της
3. μτφ, κακαρίζω νέο= διαλαλώ, διατυμπανίζω,
no se lo cuentes porque todo lo cacarea, μην του το πεις γιατί όλα τα διαλαλεί
cacareo 1. α, κακάρισμα κότας, κόκορα
2. κοκόρεμα, παίνεμα, κομπασμός
3. διαλάλημα, διατυμπάνισμα
cacareado, da 1. ε, οικ, κακαρισμένο πολύ= πολυδιαφημισμένος, -η, -ο, περίφημος, -η, -o, παινεμένος, -η, -o, un cacareado compromiso, μια πολυδιαφημισμένη δέσμευση
¿dónde están sus tan cacareadas cualidades? πού είναι οι τόσο παινεμένες του χάρες;
cacareador, ra 1. ε, για ζώο, κακαριστός, -ή, -ó
2. οικ, μτφ, κοκορευτικός, -ή -ό, καυχησιάρης, -α, -ικο