CACHARRO

CACHARRO= ΠΡΧ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cacharro πρχ κατσαρόλα, και τις ιδιότητες του

1. α, μαγ, σκεύος, δοχείο, κατσαρόλα, -κι, dame un cacharro para hervir agua,

δώσε μου ενα κατσαρολάκι για να βράσω νερό

2. πήλινο σκεύος

3. οικ, μτφ, μαραφέτι σαν συσκευή

4. οικ, μτφ, σακαράκα για μηχανή, μοτοσυκλέτα, esta moto es un cacharro,

αυτή η μηχανή είναι σακαράκα

5. μτφ, σαράβαλο, σακαράκα για αμάξι

cacharros 1. α, πλ, πρχ κατσαρολικά= κουζινικά, te toca fregar los cacharros,

σου τυχαίνει, είναι σειρά σου να πλύνεις τα κουζινικά

2. μτφ, σύνεργα για δουλειά, συμπράγκαλα, σαν κατσαρολικά μάγειρα,

el fontanero llegó con todos sus cacharros,

ο υδραυλικός έφθασε με όλα τα συμπράγκαλά του

3. πράγματα άχρηστα, el escritorio está lleno de cacharros,

το γραφείο είναι γεμάτο απο άχρηστα πράγματα

cacharrazo 1. α, κατσαρολιά, χτύπημα κατσαρόλας

cacharrería 1. θ, κατσαλερί= κατάστημα πιατικών και υαλικών

cacharrero, ra 1. α θ, έμπορος πιατικών και υαλικών

escacharrar πρχ κάνω σαν κατσαρόλα κάτι= χαλάω

1. ρμ, οικ, μτφ, για μηχανισμό, συσκευή, αμάξι, χαλώ,

escacharró el coche, χάλασε το αυτοκίνητο

2. μτφ, για σχέδιο, πλάνο, χαλώ, καταστρέφω, eso me escacharró la excursión,

αυτό μου χάλασε την εκδρομή

3. ρμ, ραντ, σπάω κατσαρολικό, κουζινικό, πήλινο σκεύος, se escacharró la cazuela grande,

έσπασε η μεγάλη χύτρα

4. ραντ, για μηχανισμό, συσκευή, αμάξι, χαλώ,

se me ha escacharrado el coche, μου χάλασε το αμάξι

5. μτφ, για σχέδιο, χαλώ, καταστρέφομαι, αποτυχαίνω,

se nos escacharraron los planes, χάλασαν τα σχέδιά μας

escacharrado, da 1. ε, οικ, μτφ, χαλασμένος, -η, -o, με βλάβη

escachar 1. ρμ, πρχ κατσιάζω κάτι= συνθλίβω, λ(ε)ιώνω, πολτοποιώ,

escachó los tomates con un tenedor, έλειωσε τις ντομάτες με το πιρούνι

2. κομματιάζω, σπάζω, el gato ha escachado el jarrón,

o γάτος έκανε κομμάτια το βάζο

descacharrar 1. ρμ, ραντ, escacharrar

cachirulo 1. α, φουλάρι, σαν κατσαρόλα στο κεφάλι

2. οικ, μτφ, άντρας με παράνομες σχέσεις ερωτικές, σαν να μπαίνει στα σπίτι

3. μτφ, για αναφορά σε κάτι χωρίς να πεις την ονομασία= μαραφέτι

cacho 1. α, πρχ κάτσο> κάτι= λίγο σαν κομμάτι, dame un cacho de pan,

δώσε μου κάτι= ένα κομμάτι ψωμί

el vaso se rompió en 5 cachos, το ποτήρι έσπασε σε 5 κομμάτια

sólo vi el cacho final de la película, είδα μονάχα το τελευταίο μέρος της ταινίας

2. σαν εμφατικό= κατα-, ¡cacho tonto! κατα-βλάκας, μα τι βλάκας!

¡vaya cacho bocadillo! πωπω κάτσε-καλά= τι μεγάλο σάντουιτς!

es un cacho de mujer de casi dos metros de estatura,

είναι μια κάτσε καλά γυναίκα, γυναικάρα περίπου στα δύο μέτρα

3. ζωλ, λευκίσκος

4. παιχνίδι τράπουλας

5. εκφ, ser alguien un cacho de pan, είναι κάποιος άνθρωπος ένα κομμάτι μάλαμα

cacho, cha 1. ε, πρχ κάτω ή κυρτό= λυγισμένος, -η, -o, καμπύλος, -η, -o

las ramas cachas del árbol tocaban la tierra, τα κυρτά κλαδιά του δέντρου άγγιζαν την γή

cachón 1. α, κύμα που πέφτει στην ακτή και κάνει αφρό

cachucha 1. θ, παραδοσιακός χορός, μουσική της Ανδαλουσίας

2. μικρό σκάφος, σαν κατσαρολάκι

cachucho 1. α, ψάρι μπάλα

2. μτφ, μικρό σκάφος

gachuela 1. θ, πρχ χυλός, πολτός

gacha 1. θ, χυλός, πολτός

gachas θ πλ, μαγ, είδος χυλώδους φαγητού με βάση το αλεύρι

gacheta 1. θ, χυλός, κουρκούτι

2. αλευρόκολλα, αμυλόκολλα

3. τχν, γλώσσα κλειδαριάς

gachón, ona 1. ε, οικ, πρχ γαντζώνει τους άλλους, ελκυστικός, -ή, -ό, χαριτωμένος, -η, -o,

es tan gachona que la quieres besar, είναι τόσο χαριτωμένη που θέλεις να την φιλήσεις

2. πρχ κατσια-σμένος= κακο-μαθημένος, -η, -o

gachón 1. α, οικ, μτφ, πρχ γάτος= μάγκας, τύπος

gachona 1. θ, οικ, μτφ, μανούλι, γκομενάκι

gachonada, gachonería 1. θ, οικ, μτφ, πρχ γάντζωμα= έλξη, γοητεία

carcamal 1. α θ, οικ, υτμ, πρχ χαράκωμα ή καρκίνωμα= για άτομο ηλικιωμένο, ερείπιο, γερασμένος, -νη

Scroll to Top