CACAO

CACAO= ΠΡΧ ΚΑΚΑΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cacao 1. α, σκόνη κακάο, echa dos cucharadas de cacao a la leche,

ρίξε δύο κουταλιές κακάο στο γάλα

2. αφέψημα σοκολάτα

3. κόκκος κακάο

4. κακαόδεντρο, plantaciones de cacao, φυτείες κακαόδεντρου

5. βούτυρο κακάο για χείλη, date cacao para que no se te corten los labios,

βάλε βούτυρο κακάο στα χείλια σου για να μη σου σκάσουν

6. μτφ, κακάο σαν αφέψημα= μπέρδεμα, μπλέξιμο, se han metido en un buen cacao, μπλέχτηκαν σε μεγάλους μπελάδες

7. σνθ, cacao mental, οικ, κακάο νοητικό= διανοητική σύγχυση

8. εκφ, armarse, organizarse un cacao, οικ, μτφ, αρματώνεται, οργανώνεται ενα κακάο=

γίνεται χαμός, βαβούρα από φωνές, διαπληκτισμούς, se organizó un cacao en poco rato,

έγινε χαμός μέσα σε λίγη ώρα

cacaotal 1. α, κακαο-φυτεία

cacahual 1. α, κακαο-φυτεία

cacahué 1. α, μτφ, σαν κόκκος κακάο= αράπικο φυστίκι

2. βοτ, φυτ, αραχίδα, φυστικιά

cacahuete 1. α, βοτ, φυτό αραχίδα

2. αράπικο φυστίκι

Scroll to Top