CACA

CACA= ΠΡΧ ΚΑΚΑ, ΣΚΑΤΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

caca πρχ κακά

1. θ, σκατά, κακά, ¡cuidado, no pises la caca!, προσοχή, μην πατήσεις τα σκατά!

2. πράγμα κακής ποιότητας, σκατά, ese móvil es una caca, αυτό το κινητό είναι σκατά

3. βρωμιά, no toques eso, que es caca, μην αγγίξεις αυτό, γιατί είναι βρωμιά

cacodilato 1. α, χημ, κακοδυλικό άλας

cacodílico 1. ε, κακοδυλικός, -ή, -ó, ácido cacodílico, κακοδυλικό οξύ

cacofonía 1. θ, κακοφωνία

cacofónico, ca 1. ε, κακόφωνος, -η, -o

cacografía 1. θ, ανορθογραφία

cacología 1. θ, κακολογία

cacoquimia 1. θ, ιατ, κακοχυμία

cacosmia 1. θ, ιατ, κακοσμία

caquexia 1. θ, καχεξία

caquéctico, ca 1. ε, α θ, καχεκτικός, -ή, -ó, καχεκτικό άτομο

cagar 1. πρχ καγαρ> κακαρ> κάνω κακά

ρα, ρμ, ραντ, χέζω, αφοδεύω, αποβάλλω περιττώματα, ¡Mamá! ¡Tengo que cagar! Μαμά! Πρέπει να χέσω!

Los perros han cagado en la acera, Τα σκυλιά έχεσαν στο πεζοδρόμιο

2. ρμ, μτφ, καταριέμαι, βρίζω σκαιά, γαμώ, εκτοξεύω κατάρες, βρισιές εναντίον κάποιου,

cagamos el día que naciste, cabrón, γαμώ, καταραμένη η μέρα που γεννήθηκες, καθίκι

3. ρμ, λερώνω, βρωμίζω με ακαθαρσίες, esos perros han cagado la calle y deberían limpiarla,

αυτά τα σκυλιά βρώμισαν, έχεσαν τον δρόμο και θα έπρεπε να τον καθαρίσουν

4. μτφ, τα κάνω σκατά, θάλασσα, σκατώνω, θαλασσώνω, χαλάω, αποτυγχάνω, αστοχώ, καταστρέφω,

has cagado el plan que teníamos para mañana, χάλασες το σχέδιο που είχαμε για αύριο,

has cagado el trabajo, έχεις κάνει σκατά την δουλειά,

Mariano y Luis se empezaron a pelear y nos cagaron la fiesta

Ο Μαριάνο και ο Λουίς άρχισαν να τσακώνονται και μας χάλασαν το πάρτι

5. ραντ, χέζομαι, τα κάνω πάνω μου, τα κάνω σε μέρος ακατάλληλο, άθελα,

el niño se ha cagado, το παιδί τα έχει κάνει πάνω του,

el perro se ha cagado en el salón, o σκύλος τα έκανε στo σαλόνι

5. χέζομαι από το φόβο μου, τα χρειάζομαι, κλάνω μέντες, se cagó al oír el ruido de la pistola,

χέστηκε όταν άκουσε τον θόρυβο του πιστολιού

6. εκφ, cagarla, τα κάνω σκατά, ¡la hemos cagado! τα κάναμε σκατά

ή είμαι σε κατάσταση σκατά, την έβαψα, μπλέκω, την πατάω

nos acabó el dinero, ¡la cagamos!, μας τελείωσε το χρήμα, την πατήσαμε!

Ir cagando leches, πάω χέζοντας γάλατα> Χρησιμοποιείται όταν κάποιος βιάζεται υπερβολικά ή πηγαίνει πολύ γρήγορα

¡cágate lorito! καλά να πάθετε!

que te cagas, που τα κάνεις πάνω σου= για να δώσεις έμφαση σε ένταση, ποιότητα,

hace un frío que te cagas, κάνει τέτοιο κρύο που ξεπαγιάζεις

se ha comprado un coche que te cagas, αγόρασε ένα αμάξι που παθαίνεις πλάκα!

cagarse en, πρχ καταχέζω πάνω = μτφ, βλασφημώ, καταριέμαι, está cagándose en todo, καταριέται τους πάντες,

Se cagó en todo lo humano y lo divino cuando le llegó la multa,

Έβριζε θεούς και δαίμονες όταν του ήρθε το πρόστιμο,

ή Γράφω (κάποιον) στα αρχίδια μου, εκεί που δεν πιάνει η μελάνη,

Θεωρώ ότι κάποιος ή κάτι είναι παντελώς ανάξιο λόγου και, επομένως, αδιαφορώ πλήρως για τις πράξεις ή τα λόγια του,

La empresa se caga en todas las manifestaciones y le importan un bledo las protestas,

Η εταιρεία γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της όλες τις διαδηλώσεις και δεν της καίγεται καρφί για τις διαμαρτυρίες

για έκφραση θυμού, ¡me cago en diez, en la mar, en la leche! οικ, χυδ γαμώ…!

Nos cagamos en la mar salada y no pasó nada: nadie hizo nada,

βρίσαμε θεούς και δαίμονες [κυρ. χεστήκαμε στην αλμυρή θάλασσα] και δεν έγινε τίποτα: κανείς δεν κουνήθηκε,

cagachín 1. α, εντ, κουνούπι μικρότερο από το κοινό

2. ορν, καλόγερος, παπαδίτσα, σαν μαύρο χρώμα ακαθαρσίας

cagada 1. θ, σκατό, κακά

2. κουτσουλιά

3. μυγό-χεσμα

4. μτφ, πράξη σαν σκατά= χοντρό λάθος, γκάφα

5. πράγμα κακής ποιότητας, αηδία

cagadero 1. α, οικ κακα-τήριο= χέστρα, καμπινές

cagado, da 1. α θ, χεσμένος, -η, -o από φόβο, φοβιτσιάρης, -α, -ικο

2. α θ, χέστης, -α

cagón, ona 1. ε, α θ, που χέζει πολύ, που κάνει κακά συνέχεια,

Con los perros cagones tienes que estar continuamente recogiendo caca,

Με τα σκυλιά που κάνουν κακά, πρέπει να κάθεσαι και να μαζεύεις συνεχώς κακά

2. φοβιτσιάρης, -α, -ικο, δειλός, -ή, -ό

3. α θ, που φοβάται πολύ, χέστης, -α, φοβιτσιάρης, -α

¿Pero tan cagón eres que no puedes ver una película de terror con nosotrοs?

Καλά τόσο χέστης είσαι που δεν μπορείς να δεις ταινία τρόμου μαζί μας;

cague 1. α, οικ, κακα= χέσιμο, τρομάρα, φόβος, ¡Qué cague! Pensé que nos moríamos allí,

Τι χέσιμο! Νόμιζα ότι θα πεθαίναμε εκεί

2. εκφ, dar cague a alguien, τρομάζω, φοβίζω, κάνω να χεστεί, να τα χρειαστεί κάποιος

entrarle cague a alguien, τρομάζω, παίρνω τρομάρα, τα χρειάζομαι

A Sara le entró un cague cuando oyó un grito en medio de la noche,

Η Σάρα τρόμαξε όταν άκουσε μια κραυγή στη μέση της νύχτας

cagueta 1. ε, α θ, οικ, που είναι χέστης, -α, φοβιτσιάρης, -α, φοβητσιάρικος, -α, -ο

cagajón 1. α, κοπριά αλόγου, καβαλίνα

cagalera, cagadera 1. θ, διάρροια, τσίρλα, No sé qué me pasa. Tengo cagalera,

Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Έχω διάρροια

2. φόβος

3. εκφ, tener cagalera, έχω διάρροια

ή χέζομαι από φόβο

cagarro 1. α, οικ, σκατό

cagarruta 1. θ, κοπριά, κόπρος ζώου

cagatintas 1. α θ, οικ, πρχ αυτός που κάνει κακα-μελάνι= γραφιάς, χαρτογιακάς

cagatorio 1. α, οικ, πρχ χεσ-τήριο= χέστρα, αποχωρητήρια

cagódromo 1. α, χυδ, πρχ κακο-δρόμο= χέστρα

gazapatón 1. α, οικ, πρχ κακ-εμ-φατον ή γκαφα-φατώ(λέω) = γκάφα, βλακεία όταν μιλάω

2. σαρδάμ, μπέρδεμα της γλώσσας

gazapa 1. θ, οικ, πρχ κα-θα-πα> κακά-θα-πω= ψέμα

Scroll to Top