BRUÑIR

BRUÑIR= ΠΡΧ ΛΑ-ΜΠΡΙΝΩ ΜΕ ΤΡΙΒΗ> ΣΤΙΛΒΩΝΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

berta 1. θ, μπέρτα σε στήθος

bruno, na 1. ε, πρχ βρουνο> μ-αύρον= για χρώμα, μελαχρινός, -ή, -ό

2. σταράτος, -η, -ο

bruno 1. α, βοτ, πρχ τσα-πουρνιά, αγριοδαμάσκηνο,

2. βοτ, δέντρο αγριοδαμασκηνιά, τσαπουρνιά

bruñir 1. ρμ, ηχμ φρουν-φρουν όταν τρίβω κάτι ή πρχ λα-μπρίνω με τριβή κάτι, για μέταλλο, στιλβώνω, γυαλίζω, Ayúdame a bruñir las medallas de plata,

Βοήθησέ με να γυαλίσω τα ασημένια μετάλλια

2. για πέτρα, λειαίνω

3. για καθρέπτη, γυαλίζω

bruñido 1. α, πράξη> στίλβωμα, γυάλισμα, λουστράρισμα,

el bruñido de la campana, το γυάλισμα της καμπάνας

2. αποτέλεσμα > στίλβωση, γυαλάδα, λούστρο, estos mármoles tienen un buen bruñido, αυτά τα μάρμαρα έχουν μια καλή γυαλάδα

bruñidor 1. α, τχν, στιλβωτής

2. λειαντής

bruñidor, ra 1. ε, στιλβωτικός, -ή, -ό

2. λειαντικός, -ή, -ό

robinia 1. θ, βοτ, ψευδοακακία

Scroll to Top