BRÚJULA

BRÚJULA= ΠΡΧ ΜΠΟΥΣΟΥΛΑΣ, ΠΥΞΙΔΑ, ΠΡΧ ΠΥΞΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

buxácea 1. θ, βοτ, πυξός, πυξάρι

boj, boje 1. α, βοτ, πύξος, πυξός, πυξάρι

bojar 1. ρμ, βυρσοδέφω, ξυστρίζω δέρμα

boíte 1. α, πρχ μπουατ= αίθουσα εορταστικών εκδηλώσεων, ντισκοτέκ

brújula πρχ μπούσουλας

1. θ, πυξίδα, μπούσουλας, la brújula siempre señala el norte magnético,

η πυξίδα δείχνει πάντα τον μαγνητικό βορρά

2. ναυ, πυξίδα

3. σνθ, brújula de cuadrante, ναυ, πυξίδα με καντράν

brújula de declinación, πυξίδα απόκλισης

brújula de eclímetro, πυξίδα με κλινόμετρο

brújula de inclinación, πυξίδα έγκλισης

brújula giroscópica, γυροσκοπική πυξίδα

4. εκφ, perder la brújula, χάνω τον μπούσουλα, perdió la brújula en el trabajo,

έχασε τον μπούσουλα στην δουλειά

brujulear 1. ρα, μτφ, γυρνάω σαν μπούσουλας= σεργιανίζω, περιπλανιέμαι, σουλατσάρω, se pasa el día brujuleando, περνάει όλη τη μέρα σεργιανίζοντας

2. μτφ, γυρνάω σαν μπούσουλας= ψάχνω κάθε τρόπο για να πετύχω αυτό που θέλω,

ελίσσομαι, no cesó de brujulear hasta conseguir el contrato,

δεν έπαψε να ψάχνει μέχρι να καταφέρει το συμβόλαιο

3. ρμ, μτφ, παίρνω μπούσουλα μια ένδειξη= μαντεύω, por su actitud brujuleó su culpa,

από την στάση του μάντεψε την ενοχή του

4. ρμ, σε χαρτιά, ανοίγω σταδιακά το πάνω μέρος των τραπουλόχαρτων για να διακρίνω για ποιο φύλλο πρόκειται

brujuleo 1. α, μπουσουλάρισμα στο δρόμο= περιπλάνηση, σεργιάνι, σουλατσάρισμα

2. μτφ, ελιγμοί, χειρισμοί για να πετύχω κάτι, con su brujuleo tiene el contrato cerrado,

με τους ελιγμούς του έχει το συμβόλαιο κλεισμένο

3. μτφ, ικανότητα να βρίσκω μπούσουλα σε κάτι από ένδειξη, μαντεία, μαντεψιά,

una persona de mucho brujuleo, ένα άτομο με πολλή μαντεψιά

4. σταδιακό άνοιγμα χαρτιών

buje 1. α, τχν, στεφάνη, δακτύλιος ρόδας, σαν πυξίδα δοχείο

píxide 1. θ, θρη, πυξίδα αγγείο= αρτοφόριο

pixidio 1. α, βοτ, είδος ξηρού φρούτου

Scroll to Top