BRUZA

BRUZA= ΠΡΧ ΒΟΥΡΤΣΑ, ΒΟΥΡΤΣΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

bruza 1. θ, χοντρή βούρτσα

bruzar 1. ρμ, βουρτσίζω

brucería 1. θ, πρχ βουρτσερί= εργοστάσιο κατασκευής βουρτσών

brucero, ra 1. α θ, βουρτσάρης, -ισσα, κατασκευαστής, -ια βουρτσών

2. πωλητής, -ια βουρτσών

bruzador 1. α, τυπ, βουρτσοτηρι= κεκλιμένη πλάκα για το καθάρισμα των φορμών με βούρτσα

broza 1. θ, αυτά που μαζεύω με βούρτσα= νεκρά φύλλα, ξερόφυλλα, αγριόχορτα,

χαμόκλαδα

2. φυτικά υπολείμματα

3. απορρίμματα από κάτι

4. μτφ, περιττολογία, σάλτσες σε γραπτό, el informe estaba lleno de broza,

η αναφορά του ήταν γεμάτη περιττολογίες

5. μτφ, φλυαρίες σε ομιλία, cuando hablan los políticos sólo escuchas broza,

όταν μιλούν οι πολιτικοί μόνο ακούς φλυαρίες

6. τυπ, ψήκτρα, χοντρή βούρτσα

7. εκφ, meter broza, φλυαρώ, πλατειάζω, deja de meter broza y dime qué pasó,

άσε τις φλυαρίες και πες μου τί έγινε

desbrozar πρχ περνάω βούρτσα, ξε-βουρτσίζω έδαφος

1. ρμ, εκχερσώνω, ξεχερσώνω

2. ξεχορταριάζω, ξεβοτανίζω

3. κλαδεύω δέντρο

4. μτφ, αποσαφηνίζω κείμενο

5. μτφ, ξεκαθαρίζω υπόθεση

desbrozo 1. α, εκχέρσωση, ξεχέρσωμα

2. ξεβοτάνισμα

3. κλάδεμα

4. ξεχορτάριασμα

5. κομμένα κλαδιά, φρύγανα, χαμόκλαδα

6. μτφ, αποσαφήνιση κειμένου

7. μτφ, ξεκαθάρισμα υπόθεσης

desbroce 1. α, desbrozo

desbrozadora θ, κλαδευτήρι

desembrozar 1. ρμ, εκχερσώνω, καθαρίζω από χόρτα

2. κλαδεύω

brezo 1. α, βοτ, ερείκη

brezal 1. α, ρεικόχωμα

Scroll to Top