BICOCA

BICOCA= ΠΡΧ ΣΑΝ ΑΜΦΙ-ΚΟΚΚΟ ΣΙΤΑΡΙ> ΚΕΛΕΠΟΥΡΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

bicoca 1. θ, πρχ αμφι-κοκκο> δίκοκκο= πράγμα αξίας σε χαμηλή τιμή, ευκαιρία, κελεπούρι, esto es una bicoca, αυτό είναι ένα κελεπούρι

2. μτφ, ευκαιρία για κάτι, no pienses que ese negocio es ninguna bicoca,

μην σκεφτείς πως αυτή η δουλειά είναι καμιά ευκαιρία

3. μτφ, πράγμα σα κόκκος= μπιχλιμπίδι, ψευτόπραμα

4. οικ, μτφ, εύκολη και καλά αμειβόμενη δουλειά, κελεπούρι,

¡sólo trabaja tres días por semana! ¡qué bicoca!

δουλεύει μόνο τρεις ημέρες την εβδομάδα, δουλειά κελεπούρι!

una bicoca de trabajo, ραχατλίδικη δουλειά

5. εκφ, por una bicoca, για ένα κομμάτι ψωμί, αντί πινακίου φακής

Scroll to Top