BIBLIA

BIBLIA= ΠΡΧ ΒΙΒΛΟΣ, ΠΡΧ ΜΠΙΡΙΜΠΑ, ΠΡΧ ΜΠΕΡΜΠΑΝΤΗΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

biblia 1. θ, Βίβλος, la Santa Biblia, η Αγία Γραφή, η Βίβλος

2. μτφ, βίβλος, βιβλίο με γνώσεις, πληροφορίες, este libro es la biblia de los cocineros,

αυτό το βιβλίο είναι η βίβλος των μαγείρων

3. εκφ, contar la biblia en verso, μτφ, λέω την ιστορία της ζωής μου

saber la biblia, γνωρίζω τα πάντα

parecer algo la biblia en pasta, en verso, κάτι φαίνεται πολύ μεγάλο ή περίπλοκο

bíblico, ca 1. ε, βιβλικός, -ή, -ó, textos bíblicos, βιβλικά κείμενα

bibliobús 1. α, μτφ, δημόσια κινητή βιβλιοθήκη εγκατεστημένη σε λεωφορείο

bibliofilia 1. θ, βιβλιοφιλία, αγάπη για συλλογή βιβλίων

bibliófilo, la 1. α θ, βιβλιόφιλος, -η, βιβλιολάτρης, -ισσα

bibliografía 1. θ, βιβλιογραφία

bibliográfico, ca 1. ε, βιβλιογραφικός, -ή, -ό

bibliógrafo, fa 1. α θ, βιβλιογράφος

bibliología 1. θ, βιβλιολογία

bibliomanía 1. α, βιβλιομανία

bibliómano, na 1. α θ, βιβλιομανής, βιβλιοφάγος

biblioteca 1. θ, βιβλιοθήκη σαν έπιπλο, μέρος

2. σνθ, biblioteca pública, δημόσια βιβλιοθήκη

biblioteca universitaria, πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη

biblioteca ambulante, circulante περιοδεύουσα, κινητή βιβλιοθήκη

biblioteca de consulta διδακτική, εγκυκλοπαιδική βιβλιοθήκη

3. εκφ, ser una biblioteca viviente, είμαι ζωντανή, κινητή βιβλιοθήκη

bibliotecario, ria 1. α θ, βιβλιοθηκάριος

bibliotecología1. θ, βιβλιοθηκονομία

bibliotecológico, ca 1. ε, βιβλιοθηκονομικός, -ή, -ό

bibliotecólogo, ga 1. α θ, βιβλιοθηκο-νόμος

biblioteconomía 1. θ, βιβλιοθηκονομία

biobibliografía 1. θ, βιο-βιβλιογραφία, βιβλιογραφία των βιογραφιών

briba 1. θ, πρχ μπιρί-μπα ή πάω για βρούβα> πράξη αυτού που δεν κάνει τίποτα=

τεμπελιά, αεργία, αργοσχολία, le gusta andar a la briba, του αρέσει να ζει στην τεμπελιά

2. εκφ, andar, vivir a la briba, βαδίζω, ζω με μπιρί-μπα, βρούβα= δεν κάνω τίποτα όλη μέρα, τεμπελιάζω, είμαι αργόσχολος, σουλατσάρω, tu hermano no hace más que andar a la briba,

ο αδερφός σου το μόνο που κάνει είναι να σουλατσάρει όλη μέρα

bribón, ona 1. ε, πρχ μπερ-μπαν-της= καπάτσος, -α, -ικο άτομο, κατεργάρης, -α, -ικο, πανούργος, -α, -ο, απατεώνας, απατεώνισσα, που εξαπατά, λαμόγιο,

hay demasiados bribones en los altos cargos,

έχει πάρα πολλούς απατεώνες στα υψηλά αξιώματα

2. α θ, για παιδί, κατεργάρης, -α, ¡qué bribón eres! τι κατεργάρης είσαι,

3. για άτομο, αχρείος, -εία, παλιάνθρωπος, κάθαρμα, λαμόγιο

bribonada 1. θ, πρχ μπερμπαντιά= κατεργαριά, βρώμικο κόλπο, λαμογιά,

estoy harto de tus bribonadas, βαρέθηκα πια τις κατεργαριές σου

abribonarse 1. ραντ, γίνομαι μπερμπάντης= κατεργάρης, αλητάκος, αλάνι,

viviendo desde niño en la calle se abribonó, ζώντας από παιδί στον δρόμο έγινε αλητάκος

abribonado, da 1. ε, μπερμπαντισμένος= με χαρακτηριστικά απατεωνίσκου, αλητάκου, κατεργάρικος, – η, -ο, lleva una vida abribonada, έχει μια ζωή κατεργάρικη

Scroll to Top