BIGOTE= ΠΡΧ ΜΠΙΓΚΟΥΤΙ> ΤΡΙΧΑ ΓΥΡΙΣΤΗ> ΜΟΥΣΤΑΚΙ,
ΠΡΧ ΒΙ-ΓΟΤΕ> ΑΜΦΙ-ΧΑΙΤΗ= ΜΟΥΣΤΑΚΙ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bigote πρχ μπιγκουτί για τα μαλλιά, που στρίβει τις τρίχες= μπιγκοτίζει> μουστακίζει
ή πρχ αμφι-χαιτη> δύο χαίτες απο τρίχες= μουστάκι
1. α, για άτομο, ζώο, μουστάκι, tenía un gran bigote, είχε ενα μεγάλο μουστάκι
2. μτφ, λεκές απο φαγητό σαν μουστάκι, la leche te ha dejado bigotes,
το γάλα σου άφησε μουστάκι
3. μτφ, στόμιο φούρνου
4. τυπ, μτφ, φιλές
5. σνθ, bigote con guías, τσιγκελωτό μουστάκι
bigote de gato, ηκλ, μτφ, μουστάκι της γάτας, σύρμα κατεύθυνσης
bigote retorcido, στριφτό μουστάκι
6. εκφ, de bigote(s), οικ, μτφ, δύσκολος, αυστηρός, σαν μπιγκουτί, ή μ-πακέτο, θέλει κόπο,
este ejercicio es de bigote, αυτή η άσκηση είναι δύσκολη
ή πολύ μεγάλος, se llevó un susto de bigote, πήρε μεγάλη τρομάρα
ή πολύ καλά, nos lo pasamos de bigotes en la fiesta, τα περάσαμε πολύ ωραία στην γιορτή
dejarse bigote, αφήνω μουστάκι
jugarse el bigote, οικ, μτφ, παίζω το κεφάλι μου, ριψοκινδυνεύω
llevar bigote, έχω μουστάκι
menear, mover el bigote, οικ, κινώ το μουστάκι= τρώω
relamerse los bigotes, οικ, μτφ, μου τρέχουν τα σάλια, γλείφω τα μουστάκια μου
tener bigotes, οικ, μτφ, για άτομο που έχει επιμονή= μτφ, μουστάκια
ή για πράξη δύσκολη να γίνει
bigotera 1. θ, μουστακ-ιέρα= προστατευτικό ύφασμα για το μουστάκι
2. μτφ, διαβήτης με μοιρογνωμόνιο
3. μτφ, ενισχυμένη άκρη υποδήματος
4. μτφ, αναδιπλούμενο κάθισμα αυτοκινήτου, σαν μουστάκι
bigoteras 1. θ πλ, μουστάκια
bigotudo, da 1. ε, α θ, μουστακωτός, -ή, -ό, μυστακιο-φόρος, μουστακαλής, μουστάκιας