BEY

BEY= ΠΡΧ ΜΠΕΗΣ

bey 1. α, ιστ, μπέης

beylical 1. θ, ιστ, μπέικος, -η, -o, μπεϊλίδικος, -η, -o

beylicato 1. α, ιστ, μπεϊλίκι

begum 1. θ, μπεγκούμ, μωαμεθανή αριστοκράτισσα

Scroll to Top