BASTAR= ΠΡΧ ΒΑΣΤΑΩ, ΠΡΧ ΒΛΑΣΤΟΣ, ΠΡΧ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
basto πρχ μπαστούνι
1. α, φιγούρα μπαστουνιού ισπανικής τράπουλας
2. μτφ, σαμάρι, επειδή βαστά τον οδηγό
3. μαξιλαράκι σέλας, basto de silla de montar, επειδή βαστά τον οδηγό
bastos 1. α πλ, ένα από τα τέσσερα χρωματικά στοιχεία της ισπανικής τράπουλας,
τα μπαστούνια
2. εκφ, pintar bastos, είναι μπαστούνι η κατάσταση, μυρίζει μπαρούτι, τα πράγματα είναι άσχημα
bastón 1. α, μπαστούνι περπατήματος
2. ραβδί εξουσίας, el bastón del alcalde, το ραβδί του δημάρχου
3. αθλ, μπατόν σκι, bastón de esquí, χόκει,
μπαστούνι de hockey
μπαστούνι γκολφ, bastón de golf
4. ανα, ραβδίο αμφιβληστροειδή, bastón de la retina
5. ερλ, ράβδος
6. σνθ, bastón de estoque, μπαστούνι-ξίφος
bastón de mando, πρχ μπαστούνι κου-μάντου= σκήπτρο
bastón de mariscal, στραταρχική ράβδος
bastón de montañero, ορειβατικό μπαστούνι.
7. εκφ, empuñar el bastón, πρχ θέτω στην μπουνιά= παίρνω τα σκήπτρα
bastonazo α, μπαστουνιά
bastoncillo 1. α, μπατονέτα αυτιών
2. κορδέλα γαρνιρίσματος
3. ανα, ραβδίο αμφιβληστροειδή
bastonear 1. ρμ, μπαστουνιάζω, δίνω μπαστουνιές, ραβδίζω
bastonera 1. θ, μπαστουν-ιερα= ομπρελο-θήκη
bastonero, , ra 1. α θ, κατασκευαστής μπαστουνιών
2. πωλητής μπαστουνιών
3. μτφ, διευθυντής μπαλέτου, σαν να κουμαντάρει με μπαστούνι
vastago πρχ βασταγο> βλαστάρι ή βαστάω κάτι
1. α, μτφ, απόγονος, βλαστάρι, es el último vástago de la familia
είναι ο τελευταίος απόγονος της οικογένειας
2. παραφυάδα, βλαστάρι, για φυτό, δέντρο, vastago de planta, árbol
3. τχν, στέλεχος, ράβδος, κορμός
4. σνθ, vastago de perforación, τχν, διατρητικό στέλεχος γεώτρησης
desvastigar 1. ρμ, αγρ, πρχ ξε-βλαστάω= κλαδεύω, βλαστολογώ
bastardo, da 1. ε, α θ, μπάσταρδος, -η, -o, για παιδί, αδερφό, νόθος, -η, -α, -o
2. ε, για ζώο, μπάσταρδος, -η, -o, ημίαιμος, -η, -ο, που προέρχεται από διασταύρωση
3. ε, για φυτό, νόθος, -η, -α, -ο, υβριδικός, -ή, -ό
bastardear 1. ρμ, μπασταρδεύω, νοθεύω, εκφυλίζω κάτι,
Maniobras de este tipo han bastardeado el significado de la representación política,
Ελιγμοί αυτού του είδους έχουν εκφυλίσει την έννοια της πολιτικής εκπροσώπησης
2. ρα, για ζώα, φυτά, μπασταρδεύομαι χαλάω, εκφυλίζομαι, las plantas bastardean,
τα φυτά εκφυλίζονται
3. για άτομο, εκφυλίζομαι
bastardeo 1. α, μπαστάρδεμα, εκφυλισμός
bastardía 1. θ, πράξη ή λόγος σαν μπάσταρδο= ευτέλεια, αισχρότητα
2. νοθεία, μπαστάρδεμα παιδιού, hoy día la bastardía ya no es una deshonra,
σήμερα η νοθεία πλέον δεν είνα μια ατίμωση
bastardilla 1. ε, θ, τυπ, πλάγιο στοιχείο γραφής
2. θ, φλάουτο
3. θ, τυπ, πλάγια γραφή
abastardar 1. ρα, μπασταρδεύω, εκφυλίζω
bastar 1. ρα, πρχ βαστάω για κάτι= αρκώ, φτάνω,
tu presencia ya me basta, η παρουσία σου μου αρκεί
bastó un fallo de la defensa para perder el partido,
αρκεί ένα λάθος της άμυνας για να χαθεί ο αγώνας
2. bastar con, βαστά με το να= αρκεί να, φτάνει να, είναι αρκετό,
basta con decirlo, αρκεί να το πείτε
me basta con tu llamada telefónica para saber que estás bien,
μου αρκεί η τηλεφωνική κλήση σου για να ξέρω πως είσαι καλά
con estas dos faldas ya me basta, αυτές τις 2 φούστες μου φτάνουν
me basta con su palabra, o λόγος του μου αρκεί
no basta con quererlo, hay que hacerlo,
δε αρκεί με το να το θέλει κανείς, πρέπει να το κάνει
3. bastarse ραντ, βαστιέμαι= μπορώ (από) μόνος μου,
me basto yo sola, no necesito a nadie más,
βαστιέμαι, μπορώ απο μόνη μου, δεν χρειάζομαι κανέναν άλλον
él solo se basta para hacerlo, μπορεί να το κάνει μόνος του.
4. εκφ, εκφ, ¡basta y sobra! φτάνει και περισσεύει!
bastarse y sobrarse, φτάνω και περισσεύω,
él solo se basta y sobra para llevar el negocio,
αυτός μόνος του φτάνει και περισσεύει για να διαχειριστεί την επιχείρηση
basta 1. θ, τρύπωμα, επειδή βαστά το ύφασμα
2. καπιτονάρισμα σε στρώματα, basta en colchones, σαν να βαστά
3. επφ, πρχ βάστα!= αρκετά!, φτάνει πια!, τέρμα!, ¡basta ya! αρκετά!, σταμάτα πια!
ως εδώ και μην παρέκει!
te he dicho que no y ¡basta! σου είπα όχι, τέρμα και τελείωσε!
4. εκφ, decir basta, να πώ βάστα, αρκετά= δεν παίρνει άλλο
hasta decir basta, μέχρι εκεί που δεν παίρνει, es corto hasta decir basta,
είναι χαζός μέχρι εκεί που δεν παίρνει
basta con, αρκετά, ¡basta con eso! αρκετά!, φτάνει πια!
¡ya basta con esa mentira! φτάνει πια μ’ αυτό το ψέμα!
basta de, φτάνει, τέρμα, ¡basta de bromas! φτάνουν τα αστεία!
¡ya basta de tonterías! τέρμα οι βλακείες!
bastante πρχ βαστάζων= αρκετός, επειδή βαστά
1. ε, ούτε πολύ ούτε λίγο, που βαστιέται σε λογικά πλαίσια, αρκετός, -ή, -ó,
tiene bastantes libros, έχει αρκετά βιβλία
ya comí bastante, ηδη έφαγα αρκετά
hay bastante dinero para la compra, υπάρχει αρκετό χρήμα για την αγορά
2. επαρκής, -ές, -ή, αρκετός, -ή, -ó, tiene bastante tiempo para hacerlo
έχει επαρκή χρόνο για να το κάνει
3. παραπάνω απο το κανονικό, που δεν βαστιέται, αρκετός, -ή, -ó
hace bastante calor este verano, κάνει αρκετή ζέστη αυτό το καλοκαίρι
4. επρ, ούτε πολύ ούτε λίγο, αρκετά, es bastante rico, είναι αρκετά πλούσιος
hemos comido bastante, έχουμε φάει αρκετά
5. αρκετά, επαρκώς, no es lo bastante sagaz para el puesto,
δεν είναι αρκετά έξυπνος για τη θέση
6. συχνά, αρκετά συχνά, voy bastante a caminar, πηγαίνω συχνά για περπάτημα
7. εκφ, haber bastante con, αρκεί, φτάνει, no hay bastante con desearlo,
δε φτάνει να το θέλει κανείς
bastante 1. σαν αντωνυμία αόριστη, πολύς, πολλή, πολύ, κάμποσος, -ση, -σο,
eran bastantes en el teatro, ήταν κάμποσοι στο θέατρο
desbastador 1. α, τχν, πρχ ξε-βλαστηρι= λειαντήρας, σαν να αφαιρεί τα βλαστάρια=
εξογκώματα σε επιφάνεια
desbastar 1. ρμ, αφαιρώ τα βλαστάρια= πελεκώ, λαξεύω, λειαίνω για ξύλο, πέτρα, μέταλλο,
El carpintero desbastó los tablones de madera que iba a usar para construir la mesa,
Ο ξυλουργός λείανε τις ξύλινες σανίδες που θα χρησιμοποιούσε για να φιάξει το τραπέζι
2. μτφ, για άτομο, μτφ, εξευγενίζω, εκπολιτίζω, Esteban ha vivido siempre en el campo. Pasar una temporada en la ciudad le desbastaría, Ο Εστέμπαν έζησε πάντα στην ύπαιθρο.
Το να περάσει λίγο χρόνο στην πόλη θα τον εκπολίτιζε
3. μτφ, για άτομο, εξευγενίζομαι, εκπολιτίζομαι
desbaste 1. α, πελέκημα, λάξευμα, λείανση, για ξύλο, πέτρα, μέταλλο
2. μτφ, για άτομο, εξευγενισμός, εκπολιτισμός
embastecer 1. ρα, μτφ, χοντραίνω, παχαίνω, σαν να βαστάω βάρος σωματικά
el chocolate embastece, Η σοκολάτα σε κάνει άκαμπτο,
dejó de fumar y embasteció mucho, Έκοψε το κάπνισμα και μέθυσε πολύ
2. ραντ, μτφ, γίνομαι αβάσταχτος σε τρόπους, άξεστος,
Μaría se ha embastecido, H Mαρία έχει γίνει αβάσταχτη
bastarda 1. θ, λίμα χονδροειδούς οδόντωσης, επειδή έχει βλαστάρια> δόντια,
En el taller de un cerrajero, no falta nunca una bastarda,
Σε ένα εργαστήριο κλειδαρά υπάρχει πάντα μια λίμα
2. μτφ, πλάγια γραφή, σα βλαστάρια τα γράμματα
basto, ta πρχ βλαστός= χονδρός, πρχ α-βάσταχτο λόγω βάρους
1. ε, μτφ, για χαρακτήρα, τρόπο, άτομο, άξεστος, -η, -o, αγενής, -ης, -ες, τραχύς, -ιά, -ύ,
ωμός, -ή, -ό, χοντροκομμένος, -η, -ο, σαν α-βάσταχτος σε τρόπους,
No me gusta el lenguaje basto que emplea en sus escritos,
Δεν μου αρέσει η χοντροκομμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί στα γραπτά του,
Si fueras menos basto y más educado le caerías mejor a tus colegas,
Αν ήσουν λιγότερο αγενής και πιο ευγενικός θα έπεφτες καλύτερα στους συνάδελφους σου 2. για υφή, χοντρός, -ή, -ó, τραχύς, -ιά, -ύ, La tabla de la mesa era basta así que la pulimos,
Η τάβλα του τραπεζιού ήταν τραχιά οπότε την γυαλίσαμε,
Este vestido es de lana basta, Αυτό το φόρεμα είναι από χοντρό μαλλί
3. για χέρια, τραχύς, -ιά, -ύ
bastedad, basteza 1. θ, ιδιότητα του basto
2. αγένεια, ωμότητα, τραχύτητα τρόπων
3. χονδρότητα, τραχύτητα πράγματος, la bastedad de la madera no me gustaba,
η τραχύτητα του ξύλου δεν μου άρεσε
bastardelo 1. α, βιβλίο πρακτικών, συνεδριάσεων, σαν να βαστά όλα τα έγγραφα