BASE

BASE= ΠΡΧ ΒΑΣΗ, ΒΑΣΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

basidio 1. α, βοτ, βασίδιο

basilar 1. ε, ανα, βασικός, -ή, -ό

Basilea 1. ονο, Βασιλεία

basiliense 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την πόλη της Βασιλείας

2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Βασιλείας

basílica 1. θ, κτίριο βασιλική

2. ανα, βασιλική φλέβα

Basilio 1. ονο, Βασίλειος, Basilio el Grande, ο Μέγας Βασίλειος

basilisco 1. α, ζωλ, μυθ, βασιλίσκος

2. εκφ, estar hecho un basilisco, οικ, μτφ, γίνομαι βασιλίσκος = θηρίο

ponerse hecho un basilisco, como un basilisco, οικ, μτφ, γίνομαι θηρίο, μπαρούτι

baseball, base-ball 1. α, μπέιζμπολ

béisbol 1. α, μπέιζμπολ

beisbolero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το μπέιζμπολ

2. α θ, παίκτης, -ια μπέιζμπολ

beisbolista 1. α θ, μπειζμπολίστας

beisbolístico, ca 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το μπέιζμπολ

bibásico, ca 1. ε, δι-βασικός, -ή, -ó

diabasa 1. θ, γωλ, διαβάσης

diabético, ca 1. ε, φσκ, διαβατικός, -ή, -ó

diabetes 1. θ, ιατ, διαβήτης

2. σνθ, diabetes insípida, ιατ, άποιος διαβήτης

diabetes sacarina, mellitus, ιατ, σακχαρώδης διαβήτης

diabético, ca 1. ε, α θ, διαβητικός, -ή, -ó

diabetología 1. θ, ιατ, διαβητολογία

diabetólogo, ga 1. α θ, ιατ, διαβητολόγος

adiabático, ca 1. ε, φσκ, αδιαβατικός, -ή, -ó

basa 1. θ, ατκ, βάση

contrabasa 1. θ, ατκ, πρχ κοντρα-βαση= κιονοστάτης, βάθρο αγάλματος

basamento 1. α, ατκ, πρχ βάσισμα= στυλο-βάτης

embasamiento 1. α, ατκ, βάση

embase 1. α, ατκ, στήριξη

monobase 1. ε, μονο-βασικός, -ή, -ó

panabasa 1. θ, ορυ, παν-βαση= τετραεδρίτης

parábasis 1. θ, θτρ, παράβαση

polibase 1. θ, πολυβάση

tribásico, tribásica 1. ε, χημ, τριβασικός, -ή, -ó

basada 1. θ, ναυ, ναυπηγική κλίνη

base 1. θ, κυρ, βάση, Varios hongos crecen a la base de este árbol,

διάφορα μανιτάρια αναπτύσσονται στη βάση αυτού του δέντρου,

base de un edificio, βάση ενός κτιρίου

2. μτφ, βάση μιας θεωρίας, base de una teoría

La democracia es la base de la libertad, Η δημοκρατία είναι η βάση της ελευθερίας

3. στοιχείο βασικό, βάση, el queso es la base de la pizza,

το τυρί είναι η βάση της πίτσας

4. μτφ, για άτομο, βάση, θεμέλιο, στυλοβάτης, Messi es la base del equipo,

ο Μέσι είναι η βάση της ομάδας

5. μτφ, βάση νοηματικά, esta noticia carece absolutamente de base,

αυτή η είδηση στερείται απολύτως βάσης, είναι τελείως αβάσιμη

6. γνωσιακές βάσεις, θεμέλια, salí de la universidad con una sólida base matemática, τελείωσα το πανεπιστήμιο μου με γερές βάσεις στα Μαθηματικά

7. βάση για συνδικάτο, κόμμα, base de sindicato, partido

8. μτφ, κανονισμοί διαγωνισμού, las bases del concurso, οι κανονισμοί του διαγωνισμού

9. βάση μακιγιάζ

10. ατκ, μαθ, στρ, βάση

11. αθλ, base jumping, βάση μπέιζμπολ

12. βοτ, χημ, βάση

13. σνθ, base aérea, αεροπορική βάση

base de datos, πλφ, βάση δεδομένων

base de lanzamiento, βάση εκτόξευσης

base espacial, διαστημική βάση

base de operaciones, στρ, βάση επιχειρήσεων

base naval, ναυτική βάση

base imponible, οκν, βάση επιβολής του φόρου, φορολογική βάση, φορολογητέα βάση base liquidable, οκν, καθαρή φορολογική βάση

primera base, πρώτη βάση σε μπειζμπολ

14. εκφ, a base de, με βάση του, θέτοντας ως βάση το,

un plato elaborado a base de quesos, φαγητό μαγειρεμένο με βάση τα τυριά

se alimenta a base de carne, τρέφεται με βάση το κρέας

se ha recuperado a base de descanso, έχει αποθεραπευτεί με βάση την ξεκούραση

a base de bien, με καλή βάση= πολύ, lloraba a base de bien, έκλαιγε πολύ, σαν μωρό παιδί

come a base de bien, τρώει πολύ, τον περίδρομο

caer algo por su base, καταρρέει κάτι απο την βάση του, συθέμελα

no tener base, δεν έχει λογική βάση

partir de la base de que, ξεκινώ με βάση το ότι, ξεκινώ έχοντας ως αφετηρία

sentar las bases de, para algo, θέτω τις βάσεις για κάτι, βάζω τα θεμέλια για κάτι

base 1. α θ, αθλ, πλέι μέικερ, πόιντ γκαρντ μπάσκετ

basal 1. ε, σχετικός με βάση, βασικός, -ή, -ó, capa basal, βασική στιβάδα

estructura basal, βασική δομή

2. ιατ, βασικός, -ή, -ó, metabolismo basal, βασικός μεταβολισμός

basar 1. ρμ, ραντ, πρχ κυρ, μτφ, βασίζω, στηρίζω, -ομαι,

La escuela diurna religiosa basa sus lecciones en las historias de la Biblia,

Το ημερήσιο θρησκευτικό σχολείο βασίζει τα μαθήματά της στις ιστορίες της Βίβλου

basar una teoría en la observación, βασίζω μια θεωρία στην παρατήρηση

2. βασίζομαι, basarse en, Mi hipótesis sobre el asesinato se basa en las pistas encontradas en la escena del crimen, Η υπόθεσή μου για τη δολοφονία βασίζεται στις ενδείξεις που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος

3. βασίζεται για βιβλίο, ταινία, είναι βασισμένος, -η, -o,

el libro se basa en hechos históricos, το βιβλίο βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα

básico, ca 1. ε, σαν βάση, αρχή, βασικός, -ή, -ó, στοιχειώδης, -ης, -ες,

tiene conocimientos básicos de inglés, έχει βασικές γνώσεις γνώσεις Αγγλικών

2. έχει σαν βάση, θεμέλιο, βασικός, -ή, -ό, θεμελιώδης, -ης, -ες,

una teoría básica para el desarrollo de la física actual,

μια θεωρία βασική για την ανάπτυξη της τωρινής φυσικής

la fruta es su alimentación básica, η βασική του τροφή είναι τα φρούτα

3. μτφ, βασικός, -ή, -ό, σημαντικός, -ή, -ό, un hecho básico para el matrimonio,

είναι ένα σημαντικό θέμα για τον γάμο

4. χημ, βασικός, -ή, -ό

5. εκφ, lo básico τα βασικά, τα στοιχειώδη

básicamente 1. επρ, βασικά, básicamente, es lo mismo, βασικά, είναι το ίδιο πράγμα

2. κυρίως, la película es básicamente para niños, η ταινία είναι κυρίως για παιδιά

rebasar 1. ρμ, πρχ περί-βαση ή υπέρ-βαση ενός ορίου= ξεπερνώ, υπερβαίνω ένα όριο,

nunca rebasa el límite de velocidad marcado,

ποτέ μην ξεπερνάτε το καθορισμένο όριο ταχύτητας

el éxito rebasó nuestros pronósticos, η επιτυχία ξεπέρασε τις προβλέψεις μας

La demanda del nuevo producto rebasó la capacidad de producción de la fábrica,

Η ζήτηση για το νέο προϊόν υπερέβη, ξεπέρασε την παραγωγική ικανότητα του εργοστασίου

2. περι-βαίνω κάποιον, κάτι, προσπερνώ, το αφήνω πίσω,

el atleta español rebasó a su contrincante,

ο ισπανός αθλητής προσπέρασε τον αντίπαλο του

El caballo rebasó a sus rivales y ganó la carrera,

Το άλογο ξεπέρασε τους αντιπάλους του και κέρδισε τον αγώνα

3. ναυ, προσπερνώ σημείο, κίνδυνο, el barco rebasó el arrecife,

το πλοίο προσπέρασε τον ύφαλο

rebasadero 1. α, ναυ, πρχ μέρος για περι-βαση πλοίου = απάγκιο

rebosar πρχ ρε-βοσαρ> υπερ-βαση σε όριο

1. ρα, για υγρό, εκχειλίζω, ξεχειλίζω, υπερχειλίζω,

el vino rebosó de la garrafa, ο οίνος υπερχείλισε απο την κανάτα

la bañera está rebosando, η μπανιέρα ξεχειλίζει

2. μτφ, υπέρβαση σε κάτι υγεία, συναίσθημα, ξεχειλίζω, σφύζω,

rebosar de salud, σφύζω από υγεία, χαίρω άκρας υγείας

rebosar de entusiasmo, ξεχειλίζω από ενθουσιασμό

rebosar de alegría, ξεχειλίζω από χαρά

3. μτφ, ξεχειλίζω, πλημμυρίζω, el supermercado rebosaba de gente,

το σούπερμαρκετ ξεχείλιζε απο κόσμο

le rebosan los problemas, τον πλημμύρησαν τα προβλήματα

rebosadura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του rebosar

2. ξεχείλισμα, υπερχείλιση, πλημμύρισμα

rebosamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του rebosar

rebosadero 1. α, υπερχειλιστής, στόμιο υπερχείλισης, ρείθρο, απορροή

rebosante 1. ε, υπερχειλίζων, -ουσα, -ον, ξέχειλος, -η, -ο, la rebosante copa,

το υπερχειλίζων ποτήρι

2. μτφ, άφθονος, -η, -ο, πλήρης, -ης, -ες, έμπλεος, -η, -ο, γεμάτος, -η, -ο από κάτι,

país rebosante de petróleo, χώρα γεμάτη απο πετρέλαιο,

3. για υγεία, συναίσθημα, ξεχειλισμένος, -η, -ο, πλήρης, -ης, -ες, έμπλεος, -η, -ο,

γεμάτος, -η, -o, rebosante de salud, γεμάτος, σφύζω από υγεία,

padre rebosante de alegría, πατέρας ξεχειλισμένος απο χαρά,

estar rebosante de vitalidad, είμαι γεμάτος ζωντάνια

Scroll to Top